ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

το Aλατοπίπερο της δύσκολης και συχνά σκληρής κοινής ζωής στην Eξορία.



«Γλέντι, για όλους οι κόντρες του Καρούσου με τον Λουντέμη…»
Στις 22 του Γενάρη 1977 έφυγε από τη ζωή ο πεζογράφος και ποιητής Μενέλαος Λουντέμης (πραγματικό όνομα Δημήτρης Βαλασιάδης), συγγραφέας πολλών και πολυδιαβασμένων βιβλίων, που διώχτηκε σκληρά για τις ιδέες του, κλείστηκε σε φυλακές και ξερονήσια και γνώρισε την αναγκαστική πολιτική προσφυγιά.

      Στον Αη Στράτη ο Λουντέμης βρέθηκε συνεξόριστος με πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, όπως οι ποιητές Γιάννης Ρίτσος και  Τάσος Λειβαδίτης, οι εικαστικοί Χρίστος Δαγκλής και Γιώργος Φαρσακίδης, οι θεατράνθρωποι Τζαβαλάς Καρούσος και Μάνος Κατράκης, ο Μενέλαος Λουντέμης κ.ά.
      Από το βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη «Πολιτιστικά και ευτράπελα – Από τα στρατόπεδα εξορίστων» (Αθήνα, 2014) μεταφέρουμε κάποιες σκηνές με πρωταγωνιστές τον Μενέλαο Λουντέμη, τον Τζαβαλά Καρούσο, και τον Θέμο Κορνάρο, από την καθημερινότητα του στρατοπέδου που γεννούσε κάποιες φορές κόντρες κι ευτράπελα, και λειτουργούσαν ως το αλατοπίπερο της δύσκολης και συχνά σκληρής κοινής ζωής στην εξορία.
«Γλέντι, για όλους οι κόντρες του Καρούσου με τον Λουντέμη…»
Εξόριστοι στον Αη Στράτη. Από αριστερά, ο ποιητής Τάσος Σπυρόπουλος, ο Μενέλαος Λουντέμης και ο σκετσογράφος του στρατοπέδου Γιάννης Ζάικος
Γλέντι, για όλους οι κόντρες του Καρούσου με τον Λουντέμη. 
Πότε στοίχημα σε ουζάκια να μαντέψουν τίνος είναι κάποιο κομμάτι κλασικής μουσικής που ακούγανε στον καφενέ του Βασίλη. 
Πότε διαμάχη πάνω σε προβλήματα Τέχνης ή πειράγματα φιλικά του ενός προς τον άλλον.
Μας είχαν έρθει πληροφορίες για την επιτυχία του «Συννεφιάζει», του γνωστού βιβλίου που είχε γράψει ο Λουντέμης. Πολύ να το καμαρώνει εκείνος και να μη παραλείπει να ρωτάει, να μάθει τα σχετικά, όποιον έρχονταν απ’  έξω.
Η σκηνική παρουσία, έλεγε ο Λουντέμης, πειράζοντας τον Καρούσο, είναι ένα πυροτέχνημα φευγαλέο που σβήνει στη λησμονιά.  Ενώ το βιβλίο…!
Γράφε, γράφε με την καρδιά σου Μενέλαε, να γοητεύεις τους αναγνώστες, του απαντούσε εκείνος. Μα αλίμονο τους, αν βάλεις και το μυαλό σου να λειτουργήσει!
Η μετεμψύχωση
«Κάποιο βραδάκι», όπως μας το διηγήθηκε ο μπάρμπα-Δημήτρης Φωτιάδης, 
«παρέα επιστρέφαμε από το σπίτι του Καρούσου στο χωριό, ο Λειβαδίτης, ο Λουντέμης κι εγώ. 
Είχε προηγηθεί με κρασάκι και πολύ καλαμπούρι, συζήτηση για τις δοξασίες της μετεμψύχωσης. 
Περνώντας από την μάντρα με τα γαϊδούρια του στρατοπέδου σταματάει ο Μενέλαος.
Βρε παιδιά, μας λέει γελώντας, με τα όσα είχαμε πει είμαι σίγουρος πως αναγνωρίζω στο κεφάλι της γαϊδουρίτσας την μακαρίτισσα θειά μου. 
Και κάνοντας πλάκα βγάζει το καπέλο, πλησιάζει τη μάντρα και κοιτώντας την γαϊδουρίτσα της λέει:
Καλησπέρα θείτσα, τι κάνεις;
Καλησπέρα σας, κύριε Μενέλη. 
Με συγχωρείτε, νόμισα πως δεν με είχατε δει.
 Ακούμε κατάπληκτοι μια γυναικεία φωνή. 
Ήταν η θειά η Σταμάταινα που είχε βγει για κατούρημα»!
«Γλέντι, για όλους οι κόντρες του Καρούσου με τον Λουντέμη…»
Ο Γιώργος Φαρσακίδης εξόριστος στον Αη Στράτη: «Προσπαθώντας να περισώσω από το βεστιάριο του θεάτρου ό,τι δεν παρέσυρε η πλημμύρα»
Μνήμες ατσιγαρίας
Όπως ήτανε φυσικό, το περιεχόμενο στις ψυχαγωγικές εκδηλώσεις, αφορούσε τα προβλήματα της στρατοπεδικής μας ζωής. Το πρόβλημα του τσιγάρου με τους πολλούς θεριακλήδες και το πενιχρό μας βαλάντιο, από τα πιο βασανιστικά στο στρατόπεδο. 
Στις μεγάλες ατσιγαρίες, τα «μισαδάκια» του τσιγάρου γίνονταν «τριτάκια», για να καπνίζονται με τις επί τούτου φτιαγμένες αυτοσχέδιες πίπες. 
Και δε συνέβη, σ’ όλη την διάρκεια της στρατοπεδικής μου ζωής, να έχω δει πεταμένο αποτσίγαρο.
Θυμάμαι κάποια παράνομη σύναξη των πνευματικών μας ανθρώπων. Έξω από το μισανοιγμένο αντίσκηνο ο Λουντέμης να φυλάει «τσιλιαδόρος» και να κάνει απεγνωσμένα σήμα στον Ιμβριώτη, ανοιγοκλείνοντας τα δυο του δάχτυλα, να του πετάξει τσιγάρο.
Θέλεις ψαλιδάκι; Του κάνει πλάκα εκείνος.
Ο Λουντέμης άρχισε ν’ ανοιγοκλείνει τώρα τα δάχτυλα κάτω από τη μύτη του.
Τσιγάρο, τσιγάρο, μουρμουράει ψιθυριστά.
Κατάλαβα, του απαντάει ο Ιμβριώτης κάνοντας πως δεν άκουσε.
Θέλεις ψαλιδάκι για το μουστάκι. Έ, και σου είπα δεν έχω. Και γυρίζει, τάχα αδιάφορος, αλλού το κεφάλι.
Θυμάμαι ακόμα τον Θέμο Κορνάρο, κάνοντας και κείνος την πλάκα του, να βγαίνει στη γύρα με τη σκάφη της σκηνής παραμάσκαλα και να διαλαλεί: 
«Δεν κατέχω βασίλειο κουμπάρε, μια σκάφη κατέχω κι αυτή της σκηνής…  Μια σκάφη για τρία τσιγάρα»!
Μοναχά μια φορά κινδύνεψε να διαταραχθεί η φιλία του Καρούσου με τον Λουντέμη, σαν επακόλουθο μιας πλάκας που του είχε κάνει ο τελευταίος.
 Θ’ ανεβάζαμε «Οθέλο» και βγήκε ο Καρούσος προς αναζήτηση Δυσδαιμόνας.
Κάποιον με χαρακτηριστικά ευγενικά και λεπτά, όπως έλεγε, κάτι «σουπλέξ». Όργωσε το στρατόπεδο ψάχνοντας, δε βρήκε κάτι κατάλληλο κι απελπίστηκε.
Κάτι «σουπλέξ» είπες Καρούσο μου; ρωτάει ο Λουντέμης. Μα και βέβαια υπάρχει, ο Αυδίκος στον Τρίτο Τομέα.
Πάει τρέχοντας, στη σκηνή του ο Καρούσος.
Ποιος είναι ο Αυδίκος, ρωτάει. Φωνάξτε τον γρήγορα, τον θέλω να παίξει στο θέατρο.
Εγώ είμαι, του απαντάει εκείνος κολακευμένος για την προτίμηση.
Εσύ είσαι;! Νερό βρε παιδιά! Ρίξτε μου λίγο νερό να συνέλθω. 
Βρε τον άτιμο, βρε τον κοντυλοφόρο του σατανά.  Μα είναι ιεροσυλία επί τέλους, να παίζει κανείς με την Τέχνη…
Και ο Αυδίκος απογοητευμένος μπροστά του, μαυριδερός, τριχωτός και πελώριος.
Όχι, όχι, του λέει ο Καρούσος, μην απελπίζεσαι, θα σε προτιμήσω σε μια άλλη παράσταση, για Δερβέναγα με τη χατζάρα στο χέρι! 
Κι έβαλε γινάτι ο Καρούσος να του τα ξεπληρώσει του Λουντέμη με τόκο.
«Γλέντι, για όλους οι κόντρες του Καρούσου με τον Λουντέμη…»
Αη Στράτης, 1952. Από αριστερά: Τζαβαλάς Καρούσος, Κώστας Γαβριηλίδης και Ζήνωνας Λεφάκης
Για τους πολύ ηλικιωμένους κι αρρώστους, επέτρεψε η Διοίκηση να τους νοικιάσουμε σπίτια μες στο χωριό.
 Χειροτέρεψε κάποτε με την υγεία του ο Λουντέμης και κουβαλήθηκε κι αυτός να μείνει σε σπίτι.
Το δωμάτιο του Λουντέμη ισόγειο, με παράθυρο στον κεντρικό δρόμο που συνδέει το στρατόπεδο με το λιμανάκι του Μπουμπούνα. 
Καλοκαιράκι χαράματα, ο Καρούσος, κατηφορίζοντας για την σωματική του ανάγκη, κάνει στάση μπροστά στο ανοιγμένο παράθυρο.
Καλή σου μέρα Μενέλαε, βροντοφωνάζει. Πώς κοιμήθηκες φίλε μου; 
Δεν ξέρω αν κουδουνίσανε «τα γυαλικά στα ράφια», 
όμως ο Λουντέμης πετάχτηκε αγουροξυπνημένος κι έξω φρενών.
Και τη δεύτερη και την τρίτη μέρα, τα ίδια. 
Να τον παρακαλά, να τον βρίζει εκείνος. 
Να του το λέμε κι εμείς πως είναι άρρωστος κι έχει ανάγκη να κοιμηθεί.
Ανένδοτος ο Καρούσος να λέει:
Ο Μενέλαος είναι φίλος μου και μη με προτρέπετε να του κόψω την καλημέρα.
Μοναχά σαν παράγινε το κακό, επενέβη η «Ομάδα» και υποσχέθηκε ο Καρούσος «με σπαραγμό της καρδιάς» του, 
ότι «τέτοιος που είναι», δε θα του ξαναπεί καλημέρα!

(Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Γ. Φαρσακίδη).