ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφανείς Ήρωες του Πολυτεχνείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφανείς Ήρωες του Πολυτεχνείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973: ΜΑΡΤΥΡΙΑ !!!




Ελενη Μαρκακη:
Μια απλή μαρτυρια ,που τη γνωρίζουν μόνο όσοι ήταν εκεί...
Την Παρασκευή το απόγευμα βγήκαμε και πήγαμε γρήγορα στο σπίτι για ένα μπάνιο, 3 μέρες απλητοι . Εξάλλου δίπλα ήταν Μπενάκη 100.
Η μητέρα μου μας έδωσε μια παλιά γκρίζα κουβέρτα, που την εβαζε στο τραπέζι πάνω για να σιδερωνει, δεν είχαμε τότε σιδερωτηρια, και μας είπε:Πάρτε τη για το βράδυ , ολοκρυοτοι είστε, δύο βράδια άυπνοι.
Και μια τσάντα λεμόνια, που μας είπαν , ότι ήταν καλά να τα μυρίζετε , όταν πέφτουν τα δακρυγόνα.
""Να προσέχετε παιδιά μου""
Τίποτα άλλο. Τι άλλο θα μπορούσε να μας πει μια Επονιτισα μάνα?
""Έλα, ρε μάνα , παιδιά είμαστε?""
Ίσα ίσα που προλάβαμε και μπήκαμε μέσα, πριν κλείσουν για βράδυ οι πόρτες.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά απόψε. Στεκομουνα με τον αδελφό μου, τον Θεοφιλο , τη Φώφη, τον Δημόπουλο, δε θυμάμαι πια με πόσους άλλους. 
Η κούραση από το ξενύχτι δύο ημερών, τα βράδυα στις συνελεύσεις, και το πρωί οι φωνές και τα συνθήματα, είχε κάνει την εμφάνιση της.
Ήξερα ότι είχα πάει εκεί με την ψυχή μου.
Κανείς δε θα μπορούσε να με πείσει να αποχωρήσω.
Δεν μπορούσα να χωνέψω την άποψη της προβοκάτσιας. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά.
Όμως να ξέρετε τα βράδια στις συνελεύσεις κι εκείνη ακόμα την ώρα χωρισμένοι είμαστε.
Τα δακρυγόνα έπεφταν από νωρίς. Αναβαμε φωτιές και χυναμε νερά. Μια λασπουρια όλα. Ο Λαλιώτης έκανε διαπραγματεύσεις στην κεντρική πύλη.
Τότε ήρθε η Νάντια (Βαλαβάνη) και μου είπε:
Θα πιάσετε μπράτσο με μπράτσο ,τα Κρητικακια μπροστά στη μικρή πόρτα ,που θα ανοίξει σε λίγο, που ήταν δίπλα στη μεγάλη πύλη. Θα κάνετε διάδρομο, περιφρουρημενο, και θα περάσουν λίγα φορεία με τραυματίες που έχουμε.
Εσείς ότι και να γίνει, ότι και να δείτε ,θα τραγουδάτε "το γελαστό παιδί".
Θυμάμαι πιαστηκαμε με το Θεόφιλο και τη Φώφη, Ταμιωλακη, και αρχίσαμε να τραγουδάμε.
Πόσο θαθελα να υπήρχε κάπου ένα μαγνητόφωνο, και να το ' χε γράψει.
Να ακούσετε πως τραγουδούσαν κάποια εικοσάχρονα, με μια φωνή που δε βγαίνει , γιατί είχε κλείσει πια 3 μέρες από τα συνθήματα και τα τραγουδια, για τα γελαστά παιδιά, που είχε παγώσει πια το χαμόγελο στο πρόσωπο τους. Πώς τραγουδάει κάποιος χωρίς φωνή!!!
Ψωμί παιδεία Ελευθερία!
Πότε θα κάνει ξαστεριά!!!
Μπροστά μας πέρασαν τα φορεία. Τα φέρετρα θα πρεπε να πω καλύτερα.
Γιατί ήταν σκεπασμένα τα πρόσωπα με σεντόνια?
Γύρισα και ρώτησα το Θεόφιλο.
Κοιταχτηκαμε. Δε μιλήσαμε.
Παγωσαμε προς στιγμήν.
Πεισμωσαμε. Και συνεχίσαμε να τραγουδάμε πιο δυνατά.
Πολύ αργότερα το τανκ άναψε τα φώτα του, και καταλάβαμε ότι θα έμπαινε μέσα.
Τραβηχτηκαμε βίαια πίσω.
Εκεί λύθηκαν τα χέρια μας με το Θεόφιλο. Δεν τον ξαναείδα. Χαθήκαμε.
Η πόρτα έπεσε πάνω στο αμάξι του πρύτανη.
Ήμουν τέσσερα μέτρα πίσω, κι όλα τα παιδιά, που ήταν στα κάγκελα δεξιά κι αριστερά της πόρτας τραβήχτηκαν και προχωρούσαν στον κεντρικό διάδρομο της αυλής.
Γλυστρησα στη λάσπη κι έπεσα κάτω.
Με πατούσαν και σκεφτόμουν δύο πράγματα.
α) Τώρα θα πεθάνω
β) Αν κατορθώσω , να στηριχτώ στα χέρια μου, και να κάνω έτσι με το κορμί μου ένα κεκλειμενο επίπεδο μπορεί και να ζήσω, γιατί δε θα μου πατήσουν το κεφάλι.
Κατάφερα και το κανα.
Με πατούσαν παντου , μέχρι τη μέση, και μετά καταλάβαιναν εκεί κάτω είναι άνθρωπος , κι είτε σκουντουφλουσαν κι έπεφταν , είτε με πηδούσαν.
Όταν πέρασε κι ο τελευταίος, και μπήκε και το τανκ και σταμάτησε , πίσω μου, σηκώθηκα σιγά σιγά με όση δύναμη μου είχε μείνει.
Τα είχα χάσει όλα. Δεν είχα τίποτα. Την κουβέρτα, το ταγαρι μου, που μέσα είχε την ταυτότητα μου, τα κλειδιά μου, το πορτοφόλι , την ατζέντα μου... 
Καταλαβαίνετε τι σήμαινε αυτό. Τι απειρία , να πηγαίνω σε κατάληψη , κρατώντας όλα αυτά επάνω μου. Τα ρούχα μου ήταν όλα μια λάσπη.
Αλλά εμένα , αυτό που με απασχολούσε εκείνη την ώρα, ήταν ότι είχα χάσει τα μυωπικα γιαλιά μου, που μου έπεσαν πεφτοντας και δεν είχε μείνει ούτε ίχνος.
Δεν εβλεπα τη μύτη μου.
Σκουντουφλοντας έφτασα στο αριστερό κτίριο , που είχαν μαζευτεί παιδιά, και ειπα στο διπλανό μου άγνωστο νεαρό.
- Μπορω να σε κρατώ από το χέρι, αν δε μας σκοτώσουν, για να βγούμε εξω , γιατί δε βλέπω τίποτα χωρίς γιαλιά?
Και μου είπε:
Βεβαίως . Πιάσου
από το μπράτσο μου.
Μη φοβάσαι τίποτα.
Έχω μαύρη ζώνη καράτε.
Χαχαχαχα! Γελάω τώρα!
Θυμάμαι ότι και τότε γέλασα. Και σκέφτηκα.
Φαίνεται πρώτη φορά, του ζήτησε κορίτσι να τον πιάσει από το χέρι.
Τώρα συλλογιζουμε ότι και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου, πάντα υπήρχε
παραδίπλα το γέλιο.
Κι επίσης έχω ένα φίλο καλό, που όταν του λέω κάποιο πρόβλημα, πάντα μου λέει ήρεμα: "Μη φοβάσαι
τίποτα. Μη φοβάσαι. "
Περίεργη που 'ναι η ζωή.
Έτσι λοιπόν αυτό το νεαρό παιδί, με οδήγησε έξω.
Δεν ξέρω ποιος είναι.
Ούτε αν ζει.
Βγηκαμε από την κεντρική πύλη, σκονταφτοντας, στα κάγκελα, στο αυτοκίνητο.
Όσοι βγηκαν από τις πλαϊνές , τους περίμεναν οι κλούβες. Συνελήφθηκαν όπως κι ο Θεόφιλος, που βγήκε απ' την Τοσίτσα.
Καταφέραμε και φθάσαμε σε μια πολυκατοικία, που είχε την πόρτα της ανοιχτή , στη Στουρνάρα , και στοιβαγχτηκαμε σ' ένα φιλόξενο διαμέρισμα και στο διπλανό, που έγραφε στο κουδούνι, Τραϊφόρος, Βέμπο.
Δεν θα συνεχίσω άλλο....
Ίσως δεν έπρεπε να γράψω ούτε αυτά.
Ίσως έπρεπε να γράψω μόνο.
ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ!
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ!!!
Χαρα Τρουλλινου


και

17 Νοέμβρη του 1973... 
Την ίδια μέρα που το τανκ γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου και ενώ είχε κηρυχθεί ο στρατιωτικός νόμος και συνέχιζαν να δολοφονούνται διαδηλωτές, αλλά και ανυποψίαστοι διαβάτες, την ίδια μέρα λοιπόν το υπουργικό συμβούλιο συνήλθε και ασχολήθηκε με θέματα παιδείας: όρισε τη διοικούσα επιτροπή του νεοσύστατου Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης...
Πρόεδρος ο χουντικός τέως υπουργός Παιδείας, ταξίαρχος ε.α. Ν. Γκαντώνας (αυτός που έστελνε στον Πρύτανη του ΕΚΠΑ καταλόγους με ονόματα φοιτητών που συμμετείχαν στις καταλήψεις της Νομικής ενάντια στη δικτατορία για να διωχθούν πειθαρχικά), και διορίζεται ως μέλος ένα ανερχόμενο αστέρι της νομικής επιστήμης, καθηγητής τότε στο ΑΠΘ (διορισμένος από το 1971) και μετά στο ΕΚΠΑ, ο Κωνσταντίνος Κεραμεύς. 
Όπως φαίνεται, η χούντα του είχε εμπιστοσύνη και αυτός δεν είχε πρόβλημα να συμμετάσχει.
Ο κ. Καθηγητής δεν είχε κανένα πρόβλημα και συνέχισε την καριέρα του μετά τη δικτατορία, έλαβε κρατικές θέσεις και άφησε το πετυχημένο και προσοδοφόρο δικηγορικό γραφείο του στο γιο και την κόρη του. 
Μέσα στις δραστηριότητες της εταιρείας είναι και οι αποκρατικοποιήσεις. Η κόρη του επί του παρόντος ασκεί αυτή τη δραστηριότητα στο χώρο της Παιδείας και δεν παύει να «τον ευχαριστεί για ό,τι τη δίδαξε»…
https://www.facebook.com/yannis.dalezios.7/posts/3168376733446340


Το κράτος (τους) έχει συνέχεια! Γνωστό αυτό από πολύ παλιά και επιβεβαιώνεται συνέχεια...
Από Ελενη Μαρκακη

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Για τους Ελεύθερους κι Ωραίους του Νοέμβρη...«Κι Εσύ Αυτό δε θα 'κανες;»


Digeni C Semina:
Για τους ελεύθερους κι ωραίους του Νοέμβρη, γράφω στον "Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου".
(Η φωτογραφία είναι του 1973, από εκδρομή του Γυμνασίου και αυτό το κείμενο γράφτηκε με τη ματιά εκείνου του κοριτσιού .)
***
Όταν ακούω το στίχο «Did they get you to trade your heroes for ghosts?», από το «Wish you were here» των Pink Floyd, νομίζω πως αρχίζει μια συγκινητική χρονοκαταβύθιση, μπροστά στο μαύρο οικογενειακό ραδιόφωνο «Τelefunken», στο παλιό μας σπίτι της οδού Σερρών 71.
 Επιστρέφω εκεί γύρω στην τρίτη γυμνασίου, όπου καταγοητευμένη από Μαρξ και Λένιν, εμπεδώνω (διαβάζοντας πολύ, δεδομένου και του ότι ο μπαμπάς δε με αφήνει να βγαίνω από το σπίτι μόλις βραδιάζει) πως το καπιταλιστικό σύστημα στηρίζεται στην αδικία και στην εκμετάλλευση.
 Δε δέχομαι ότι το κέρδος μπορεί να τεθεί πάνω από τον άνθρωπο. Με δυο - τρεις συμμαθήτριές μου, έχουμε την πεποίθηση ότι αφού δεν ανεχόμαστε την αδικία, τη βία και την καταπίεση, είμαστε σωστές και συνειδητοποιημένες κομμουνίστριες. Χρησιμοποιούμε μεταξύ μας «κόκκινη» ορολογία και επαναστατικά τσιτάτα, πιστεύοντας ότι έχουμε τη δυνατότητα οικοδόμησης ενός καλύτερου κόσμου, που θα χωράει όλους τους ελεύθερους ανθρώπους. 
Υποψιαζόμαστε πως όσοι προσπαθούν να μας πείσουν πως τίποτε κακό γύρω μας δεν αλλάζει, το κάνουν γιατί το συμφέρον τους είναι να μας έχουν υποταγμένους. Και αυτό εμείς δεν το δεχόμαστε, και μάλιστα μας θυμώνει και πάρα πολύ. 
Ημαστε μικρές αφιονισμένες αντάρτισσες και μισούμε με όλη μας τη δύναμη τη χούντα της Ελλάδας.
Είναι 16 Νοεμβρίου του 1973. 
Γίνεται κοσμογονία εδώ και δυο μέρες στο Πολυτεχνείο. Η μαμά μου και η γιαγιά μου έχουν αφήσει ό,τι κάνουν κι ακούν, βουρκωμένες και αμήχανες, τις βραχνιασμένες φωνές στο ραδιόφωνο, να λένε: «Εδώ Πολυτεχνείο! Αδέλφια μας στρατιώτες, είμαστε άοπλοι!». 
Μέσα στο Πολυτεχνείο και έξω από αυτό, χιλιάδες πολίτες έχουν ξεσηκωθεί και διαδηλώνουν ενάντια στη δικτατορία. Οι φοιτητές έχουν στήσει ραδιοφωνικό πομπό που κατασκευάζουν σε χρόνο ρεκόρ, στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών: «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλάει ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων». 
Η φοιτητική κινητοποίηση έχει μετατραπεί σε λαϊκή εξέγερση, η χούντα πρώτη φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι τόσο σφοδρό και μαζικό. Ακούμε τις συνεχείς εκκλήσεις για φάρμακα, ιατρικά εργαλεία, γιατρούς και ασθενοφόρα. 
Η γιαγιά μου δίπλα στο ραδιόφωνο, όχι μόνο τους ακούει με προσοχή, αλλά και, όπως πάντα, απαντάει: «Αχ παιδάκια μου, τι είναι αυτό που πάθατε; Να προσέχετε, έχουν όπλα αυτοί, είναι κακοί άνθρωποι, να 'χετε τον νου σας» - η γιαγιά μου πάντα συνομιλεί και με το ραδιόφωνο και με την τηλεόραση. Εχει τη βεβαιότητα ότι την ακούν. Γι' αυτό τους νουθετεί όλους, με πολλή αγάπη. 
Εγώ αναρωτιέμαι τι μπορώ να κάνω. Εχω αποφασίσει να πάω στο Πολυτεχνείο. Πηγαίνω στο μπάνιο κι αδειάζω μέσα στη μεγάλη σχολική τσάντα όλο το φαρμακείο του σπιτιού. Τετράδια, βιβλία και μολύβια κρύβονται κάτω από το στρώμα. Διαπράττω και την πρώτη κλοπή: Παίρνω από την καβάτζα της μαμάς 700 δραχμές. Σήμερα είμαι απογευματινή. Φοράω την μπλε ποδιά και φεύγω για το σχολείο. Εχω ήδη τηλεφωνηθεί με τη Χριστίνα και με περιμένει στη στάση του λεωφορείου. Κουβαλάει στη δική της τσάντα - όπως μ' ενημερώνει - καμιά εικοσαριά τυρόπιτες, σοκολάτες και μπισκότα. 
Αγοράζω και εγώ ό,τι μπορώ από το φαρμακείο κι από το ζαχαροπλαστείο του κυρίου Γιώργου και πάμε στο Πολυτεχνείο. Κρυφά από τους δικούς μας. Ημασταν πια κι εμείς στην παρανομία. 
Χιλιάδες κόσμου, φοιτητές, μαθητές, εργαζόμενοι, βρίσκονται ήδη εδώ, για ν' αγωνιστούν ως την τελική νίκη. Μόλις έχει φτάσει και επιτροπή αγροτών από τα Μέγαρα και συναντιέται με τη Συντονιστική των φοιτητών. 
Πάμε και εμείς μέσα και ξεφορτώνουμε την πραμάτεια μας. Στο μεταξύ, έχω αγοράσει και όλα τα κουλούρια που είχε ένας πλανόδιος κουλουράς, οπότε η συνολική προσφορά μας, κάνει μια άλφα εντύπωση στα παιδιά, που μας λένε ευχαριστώ και μας φιλάνε σταυρωτά. 
Ακριβώς πίσω μας, ακούω μια αγαπημένη φωνή και δυνατά χειροκροτήματα. Σε απόσταση αναπνοής, ο Νίκος Ξυλούρης! Τραγουδάει συγκλονιστικά (και μαζί του όλος ο κόσμος) το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Τον σηκώνουν στα χέρια. Είναι πραγματικά σαν Αρχάγγελος. Ενα παιδί με κρητική προφορά, από τη Συντονιστική, λέει πως «ο Ψαρονίκος είναι εδώ από το πρώτο λεπτό και δεν κρύφτηκε στιγμή. Θέλει να ξέρουν όλοι πως είναι μαζί μας». 
Ο Ξυλούρης τραγουδάει δίπλα μου γελαστός και αγέρωχος, κάνοντας το σήμα της νίκης. 
Δεν ξέρω πώς περνάνε οι ώρες, δεν έχω επαφή με τον χρόνο, δεν είμαι πια με τη Χριστίνα, τη χάνω μες στον κόσμο, τρέμω στην ιδέα τού τι θα γίνεται στο σπίτι, που θα αναρωτιούνται γιατί δεν γύρισα ακόμη από το σχολείο, είχα πεντάωρο υποτίθεται. Μαμά και γιαγιά θα 'χουν τρελαθεί, ψιλοζαλίζομαι, είναι πολύς ο κόσμος εδώ, δε χωράμε, με σπρώχνουν, προσπαθώ να μην πέσω, κρατιέμαι καλύτερα στα κάγκελα. «Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία», φωνάζουμε εμείς - «Δε σε θέλει ο λαός, πάρ' τη Δέσποινα και μπρος», λένε κάποιοι απέξω. 
Θα με σκοτώσει ο πατέρας μου, σκέφτομαι, πρέπει να γυρίσω σπίτι. Πέφτει πολύ ξύλο τριγύρω. Σπασμένα πανό. Ματωμένα πρόσωπα. Οδοφράγματα. 
Εχει αγριέψει πολύ η αστυνομία. Φοβάμαι.
«Εξω τώρα οι Αμερικάνοι. Εξω οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Εξω οι βάσεις του θανάτου». «Είμαστε άοπλοι, αδέλφια μας στρατιώτες, είμαστε άοπλοι!»

Πρέπει οπωσδήποτε να βγω έξω. 
Είναι βράδυ κι εδώ θα χυθεί πολύ αίμα σε λίγο. Το βλέπω το πράγμα. Σέρνομαι ανάμεσα στο πλήθος και κατορθώνω να βγω στην Πατησίων. 
Οι άνθρωποι γύρω από το Πολυτεχνείο ουρλιάζουν: «Κάτω η χούντα, η χούντα θα πέσει απ' το λαό». Οι αστυνομικοί μοιάζουν λυσσασμένοι. Πέφτει ξύλο. Δακρυγόνα. Φωτιές.
Παθαίνω σύγκρυο, τρέχω προς το θέατρο «Αλφα», όταν κάποιο πολύ δυνατό χέρι μ' αρπάζει από τη μέση. «Ηρθε το τέλος μου», σκέφτομαι, και γυρίζω να δω τον προσωπικό μου Μάλλιο ή Μπάμπαλη. Είναι ο μπαμπάς μου. Αλλόφρων! 
Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι, εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου, έτσι όπως τον βλέπω ανήσυχο για μένα, είναι: «Μ' αγαπάει!». Οπότε, ας με χαστουκίσει, ας μου κάνει ό,τι θέλει, αρκεί που ανησύχησε τόσο πολύ για μένα κι έτρεξε σαν τρελός να με ψάξει, ποιος ξέρει πόσες ώρες να με ψάχνει.
 Είναι κατακόκκινος, εκνευρισμένος, αγχωμένος, με σέρνει μέχρι το αυτοκίνητό του, από το χέρι, από τους ώμους, από τα μαλλιά, ούτε που θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μάλλον μου σώζει τη ζωή. Μισή ώρα μετά, η Αστυνομία στα Χαυτεία χτυπά διαδηλωτές στο ψαχνό, εκτός από δακρυγόνα ρίχνει και πραγματικά πυρά. Νομίζω κάπου τότε, ανακοινώνεται και ο πρώτος νεκρός. 
Σε όλη τη διαδρομή, μέχρι την Ακαδημία Πλάτωνος, οδηγεί σαν τρελός, δε με κοιτάζει και δε μου μιλάει. Σταματάει μόνο σ' ένα περίπτερο και παίρνει τηλέφωνο τη μαμά μου:
«Τη βρήκα. Ερχόμαστε».
Τη στιγμή που παρκάρει κάτω από το σπίτι, με πιάνει από τους ώμους και μου λέει, ακουμπώντας σχεδόν τη μύτη του στη μύτη μου:
«Δεν θα ξανακάνεις ποτέ κρυφά ούτε κάτι κακό ούτε κάτι καλό. Συνεννοηθήκαμε;».
«Πώς με βρήκες;».
«Πήρε η Χριστίνα τηλέφωνο κατατρομαγμένη κι είπε πως σ' άφησε, όπως βλέπουμε την πύλη, αριστερά».
«Κι εσύ αυτό δε θα 'κανες;».
«Αλλο είμαι εγώ, εγώ δεν είμαι εσύ... κι εγώ το 'κανα το πρωί».
***
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο του βιβλίου μου «Κίτρινο Υποβρύχιο», που αναφέρεται σ' εκείνες τις τρεις νύχτες του Νοέμβρη. Πολλά από τα παιδιά, που πρωταγωνίστησαν σ' αυτές, έγιναν μετά φίλοι μου. Νιώθω περήφανη και τυχερή που με κάποια από αυτά συμπορευτήκαμε κι αγαπιόμαστε ακόμη.
Ηταν οι ελεύθεροι κι ωραίοι. Ηταν οι άοπλοι. 
Αυτοί που δεν εξαργύρωσαν. Κάποιους άλλους, που μετά από εκείνες τις νύχτες, χάθηκαν στη σκόνη του συμβιβασμού, δεν τους θυμάμαι. Δε χωράνε μέσα στη φλεγόμενη εικόνα των ανθρώπων που πάλεψαν ενάντια στους παντοδύναμους μηχανισμούς ενός απάνθρωπου συστήματος, για να φτιάξουν έναν άλλο κόσμο με ελευθερία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη. Που άνοιξαν έναν άλλο δρόμο, έναν δρόμο ανοιχτό να τον περπατήσουμε, σε μια εποχή που οι κρατούντες θέλουν να ξεμπερδέψουν με την ουσία του Πολυτεχνείου, των μηνυμάτων και του περιεχομένου του.
 Το Πολυτεχνείο, όμως, συνεχίζεται και σήμερα, μέσα στα αμφιθέατρα, στους δρόμους και στους καθημερινούς αγώνες. Ολα αυτά, που κανείς δεν μπορεί ν' αλλάξει, είναι το Πολυτεχνείο!
https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=13/11/2021&id=18387&pageNo=33


Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

ΟΙ ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΟΙ...ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ ΠΟΥ ΤΙΜΟΥΜΕ !!


Τον έλεγαν Γιώργο Κηρύκου και ήταν από τους χιλιάδες που δεν εξαργύρωσαν...
Με τη στάση του, μέχρι και το τέλος της ζωής του, εβαλε τον άνθρωπο στη θέση που του πρέπει...
«Δεν άρεσε στον αδερφό μου να μιλάει για το Πολυτεχνείο, γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό. Δεν είχε πάει ποτέ σε επέτειο εορτασμού του. Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς, αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. 'Άρχισε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ' έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για έναν μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλαιγε και έλεγε συνεχώς "χάθηκε το παιδί μου". Οι μέρες περνούσαν και οι ελπίδες εξανεμίζονταν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδελφός μου επικοινώνησε με την αγαπημένη του και λίγες μέρες μετά είχε αποφυλακιστεί», είπε η αδελφή του Όλγα στην εφημερίδα "Εθνος" στις 14/11/2004.
Καταγόταν από την Ικαρία, ήταν ένα από τα 5 παιδιά της οικογένειάς του και το 1973 ήταν 18 χρονών. 
Είχε πάει στην Αθήνα να βρει την τύχη του και δούλευε περιστασιακά οικοδόμος και ελαιοχρωματιστής. Η μεγάλη του αγάπη, όμως, ήταν η μουσική και η κιθάρα. Ερασιτέχνης μουσικός, έφτιαχνε στιχάκια και τα έντυνε με τα ακόρντα της κιθάρας του.
Η φωτογραφία που τον δείχνει ανεβασμένο στην πύλη του Πολυτεχνείου, ανεμίζοντας την ελληνική σημαία και φωνάζοντας συνθήματα «Κάτω η χούντα» και «Επανάσταση λαέ», είναι πασίγνωστη. Τότε ήταν αρραβωνιασμένος με μια φοιτήτρια.
Μετά τα γεγονότα, συνελήφθη από τα όργανα της χούντας, κρατήθηκε στο Χαϊδάρι και βασανίστηκε. Οι γονείς του είχαν χάσει τα ίχνη του, δεν ήξεραν εάν είναι ζωντανός ή όχι. 
Τελικά, κατάφερε να επικοινωνήσει με την αρραβωνιαστικιά του μέσω ενός φαντάρου, κι εκείνη έστειλε γράμμα στην Ικαρία για να πει στην οικογένεια ότι είναι ζωντανος
Το καλοκαίρι του 1993, με τις φοβερές πυρκαγιές στο νησί που κόστισαν 13 νεκρούς, σε ηλικία 38 ετών, μαζί με δυο φίλους του, βοηθούσε να αντιμετωπιστεί η καταστροφή.
Όταν άκουσε για 4 γέροντες εγκλωβισμένους που κινδύνευε η ζωή τους, πήγε εκεί. Προσπάθησε να σώσει μια γριούλα από την φωτιά, την πήρε στην πλάτη του για να την μεταφέρει, όμως ο αέρας άλλαξε κατεύθυνση και η φωτιά γύρισε. Εγκλωβίστηκαν όλοι εκεί, κι εκεί έχασε τη ζωή του.

Με αφορμή μια ανάρτηση της Ρούλας Καραγιάννη
Βασιλική Παπαθανασίου

🌿Οι ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ...
Πόσες φορές δεν ακούσαμε το παραμύθι πως η γενιά του Πολυτεχνείου είναι υπεύθυνη για την κατάντια και το ξεπούλημα της χώρας μας.
🔸️Η γενιά του Πολυτεχνείου δεν είναι η Δαμανάκη ο Λαλιώτης ή ο Τζουμάκας. Η γενιά του Πολυτεχνείου πλαισιώνεται από 2000 με 3000 φοιτητές σε όλη τη χώρα. Πολλοί από αυτούς βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν κι εζησαν όλη τους τη ζωή στην αφάνεια, μη θέλοντας να μιλήσουν ποτέ για τη δραση τους κατά τη διάρκεια της χούντας, επειδή θεωρούσαν πως δεν έκαναν κάτι σπουδαίο, πέρα απ' αυτό που βαθιά πίστευαν.
🔸️Να αναφέρω τον Μανόλη Καραπιπέρη, ένας από τους αφανείς ήρωες που βασανίστηκε απάνθρωπα στο κολαστήριο της Μπουμπουλίνας. Ο ίδιος είπε ότι όταν τον ανέβαζαν στην ταράτσα για την φάλαγγα, οι γείτονες που άκουγαν τις κραυγές του αντιδρούσαν κλείνοντας τα παράθυρα. Όταν μετά από μήνες ο Καραπιπέρης απελευθερώνεται, τσακισμένος από τα βασανιστήρια, στο καφενείο της γειτονιάς του δεν του μιλάει κανείς, ούτε ο θείος του.
«Γι' αυτόν τον λαό αγωνίζομαι;» αναρωτιέται κάποια στιγμή.
🔸️Ο Γιώργος Κηρύκου, την ώρα που μπήκαν τα τανκς ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. Νύχτα 17ης Νοεμβρίου 1973. Αυτός σκαρφαλωμένος στην πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, «όχι αδέρφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό».
Αυτός συνέχισε, επέζησε, συνελήφθη, βασανίστηκε, αποσύρθηκε, σιώπησε και δυο δεκαετίες μετά την εξέγερση κάηκε στην καταστρεπτική φωτιά της Ικαρίας το 1993 στην προσπάθεια του να απεγκλωβίσει από τον πύρινο κλοιό μια γερόντισσα που κουβαλούσε στην πλάτη του. Μια ακόμη θυσία…
Το «ιστορικό καθήκον» αυτής της γενιάς ήταν να ρίξει την χούντα, στόχο στην επίτευξη του οποίου συνέβαλλε με επιτυχία.
🔸️Αλλά αυτή η γενιά, δεν κυβέρνησε ποτέ: με την αποκατάσταση της δημοκρατίας για την πορεία της χώρας αποφασίζουν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις. Τον Νοέμβριο του 1974, τέσσερις μήνες μετά την πτώση της χούντας, ο Κ. Καραμανλής κερδίζει τις εκλογές με 54, 37 %. Ούτε ένας από την «γενιά του Πολυτεχνείου» δεν τον έχει ψηφίσει. Το ίδιο και στις εκλογές του 1977, στις οποίες η ΝΔ επανεκλέγεται. Το 1981 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές με 48%. Μόνο το 5%-10% της «γενιάς του Πολυτεχνείου»,δηλαδή των 3.000 του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, υποστηρίζουν τότε τον Ανδρέα Παπανδρέου.
🔸️Αυτοί, οι αφανείς ήρωες του Πολυτεχνείου, είναι η γενιά του Πολυτεχνείου που τιμούμε. Αυτοί και οι νεκροί του!
Δικός τους ο φόρος τιμής!
Ρούλα Καραγιάννη