ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρωίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρωίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Μόνο από τα νέα παιδιά περιμένω φως #Πότα_Κακκαβά


 Semina Digeni

1 ημ. ·
Για μια γυναίκα μάχιμη μέχρι το τελευταίο λεπτό, που δεν ήξερε να κάνει υποκλίσεις, την Πότα Κακκαβά, γράφω σήμερα στον Ριζοσπάστη.
****
Εναλλακτικός τίτλος αυτού του άρθρου θα μπορούσε να είναι «Γκουγκλάρετε την Πότα». Γιατί αξίζει να γνωρίσουν οι νεότεροι την απίστευτη ιστορία μιας πεισματάρας γυναίκας, που αφιέρωσε τη ζωή της στους αγώνες για ελευθερία και δικαιοσύνη.
Την συνάντησα πάνω σ' ένα καράβι που πήγαινε στη Μακρόνησο, κάποιο μεσημέρι του 1998. Γύριζα τότε μια εκπομπή για τα νησιά της εξορίας, ακολουθώντας μια μεγάλη συντροφιά παλιών εξόριστων που πήγαιναν στο νησί των βασανιστηρίων τους. Μόλις κατεβήκαμε από το καράβι, μου είπε:
☆ «Πρόσεχε καλά αυτό το χώμα που πατάς. Σεβάσου κάθε πέτρα, κάθε αγκάθι και κάθε λιθαράκι αυτής της γης. Εχουν επάνω τους το αίμα μας! Εδώ σταυρωθήκαμε!».
Ηταν ήδη μεγάλη σε ηλικία όταν το είπε, αλλά όχι παλιά στην ψυχή. Εκεί ήταν έφηβη.
Στην επέτειο του θανάτου της (25 Γενάρη 2025) θυμόμαστε και τιμάμε μια γυναίκα που δεν ησύχασε ποτέ, που δεν έκρυψε ποτέ το πάθος και την πίστη της για έναν κόσμο δίκαιο και ελεύθερο. Μέχρι που έφυγε δεν διακόψαμε ποτέ την επικοινωνία μας, μιλούσαμε ώρες στο τηλέφωνο (όταν είχε τα κέφια της μου τραγουδούσε κιόλας), βρισκόμασταν σε εκδηλώσεις του Κόμματος, μέχρι και γράμματα μου έστελνε, μαζί με ...παξιμάδια, ελιές και λουκούμια από την Καλαμάτα.
☆ Η Πότα η αγέρωχη, η μαχητική, η αεικίνητη, η πολυλογού, με την ανεξάντλητη ενέργεια, δεν έγινε ήρωας επειδή υπέφερε και μάτωσε στη ζωή της. Εγινε ήρωας επειδή αντιστάθηκε γενναία στην υποταγή στα πέτρινα χρόνια.
Αυτό ήταν που την έκανε επικίνδυνη για όσους ήθελαν σιωπή.
Αυτό την κράτησε στο στόχαστρο, από την τρυφερή ηλικία της έως τα βαθιά της γεράματα.
☆ Η Πότα Κακκαβά δεν ήταν από τα «σύμβολα» που αντέχει το σύστημα.
Ηταν υπενθύμιση τραύματος και αγώνα.
Σήμερα δεν έχει νόημα να πούμε ότι «έζησε μια γεμάτη ζωή», γιατί η ζωή της δεν ήταν γεμάτη. Ηταν κομματιασμένη, διαλυμένη, γεμάτη με ξαναραμμένα κομμάτια της από φυλακές, εξορίες, στρατοδικεία, απαγορεύσεις.
Και ακριβώς γι' αυτό, έχει νόημα.
■Η αρχή ενός αμετάκλητου «όχι»
Μπαίνει στον αγώνα σχεδόν παιδί.
Και εκείνη η εποχή, όπως και η τωρινή, δεν άφηνε περιθώρια ουδετερότητας.
Τότε στην Κατοχή, στην Αντίσταση, και αμέσως μετά, το κράτος αποφασίζει ότι ο εχθρός δεν είναι πια ο κατακτητής, αλλά όσοι ονειρεύονται μια άλλη κοινωνία.
☆Το 1948 καταδικάζεται σε θάνατο.
Είναι μικρό κορίτσι όταν περνάει στρατοδικείο. Ο βασιλικός επίτροπος, βλέποντας το θάρρος και τον τσαμπουκά της, λέει χαρακτηριστικά: «Αυτή δεν είναι κορίτσι, αυτή είναι ο ίδιος ο αρχηγός της Καμόρα».
Ο φιλοβασιλικός πατέρας της κοντεύει να πάθει εγκεφαλικό με τη δράση της. Τρία παιδιά του, από τα έξι που είχε, είναι κομμουνιστές. Είπε, λοιπόν, κρυφά της στους στρατοδίκες, για να την γλιτώσει, ότι η μικρή αποκηρύσσει τον κομμουνισμό! Καταφέρνει μ' αυτόν τον τρόπο να μην την εκτελέσουν.
Εκείνη το μαθαίνει, γίνεται θηρίο και φωνάζει:
☆ «Και χίλιες φορές να έπρεπε να πεθάνω, θα πέθαινα για τους ξεβράκωτους. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μένα... Γι' αυτούς πάλεψα και παλεύω».
Ουρλιάζει ότι είναι αμετακίνητη στις ιδέες και στα πιστεύω της, και άμα θέλουν ας την εκτελέσουν.
Δεν εκτελείται.
Μόνο που αυτό τελικά δεν ήταν επιείκεια, ήταν παράταση τιμωρίας.
Ακολουθούν νησιά και φυλακές, από μηχανισμούς σπασίματος ανθρώπων.
Κι όμως, εκεί μέσα η Πότα και οι σύντροφοί της φτιάχνουν κάτι που δεν μπαίνει σε αρχεία. Αλληλεγγύη. Ως καθημερινή πράξη.
Μοιράζονται δηλαδή το ψωμί, τη φροντίδα, το νοιάξιμο, τον πόνο. Δεν αφήνουν τον άλλον μόνο του, γιατί ξέρουν ότι αυτό ακριβώς θέλει ο βασανιστής.
☆ Η δικτατορία την βρίσκει το ίδιο πεισματάρα. Το ίδιο σταθερή.
«Οχι, εγώ δεν θα είμαι ποτέ με την πλευρά των βρακωμένων».
Με ένα τέτοιο «όχι» ξεκινά έναν αγώνα που θα διαρκέσει άλλες οκτώ δεκαετίες ζωής.
Και οι συλλήψεις συνεχίζονται. Ξανά εξορίες.
Οχι γιατί κάνει κάτι «επικίνδυνο», αλλά γιατί δεν έχει αποκηρύξει τίποτα και, φυσικά, δεν ξέρει να κάνει υποκλίσεις.
■«Το γέλιο των κομμουνιστών τρομάζει την εξουσία»
Μετά τη μεταπολίτευση, η Πότα δεν μπαίνει στο μουσείο της Ιστορίας.
Δεν γίνεται φωτογραφία σε επετειακό ένθετο. Μένει παρούσα. Και γελαστή. Στις οργανώσεις, στις εκδηλώσεις, στους αγώνες.
Δεν περιορίζεται στο να αφηγείται τα παλιά - πάντα γελώντας - αλλά υπενθυμίζει ότι η μνήμη χωρίς συνέχεια είναι διακόσμηση.
Συζητώντας μαζί της στη Μακρόνησο, μου είχε πει:
☆ «Μην προσπαθείς άδικα να αποκωδικοποιήσεις το γέλιο των κομμουνιστών, που τρομάζει την εξουσία. Εμείς χαμογελάμε ακόμα κι όταν βλέπουμε κατάματα τον θάνατο. Οχι γιατί είμαστε ατρόμητοι ή δεν αγαπάμε τη ζωή. Ακριβώς επειδή την αγαπάμε πολύ και τη ζωή και τον άνθρωπο. Εμείς αγωνιζόμαστε για τις ιδέες μας και για το κοινό καλό, κι αυτό μας κάνει χαρούμενους. Είμαστε παγκόσμιοι άνθρωποι και αγαπάμε την Ελλάδα, με την ψυχή και το αίμα μας».
Δεν μιλούσε προσεκτικά και «μακιγιαρισμένα». Δεν χάιδευε αυτιά.
Δεν έλεγε στους νέους «κάντε ό,τι κάναμε εμείς». Ελεγε κάτι πιο δύσκολο:
«Δείτε τι πληρώσαμε. Και αποφασίστε αν θέλετε να ζήσετε σκυφτοί ή όρθιοι».
☆ Την είχα ρωτήσει, τι είδους τέρατα ήταν οι βασανιστές της;
- Οι αλφαμίτες ήταν πρώην δηλωσίες. Φοβισμένοι, και γι' αυτό τόσο βίαιοι και λυσσασμένοι. Ενας μάλιστα ήταν απ' τα μέρη μου. Ημουν στην ίδια σκηνή με την ηθοποιό Αλέκα Παΐζη. Ηταν μπροστά όταν του έλεγα πως μια ζωή θα 'ναι σκουλήκι που θα σέρνεται, κι αυτός τότε μου ζητούσε να βγάλω το παλτό και με χτυπούσε με μανία παντού. Εγώ ούτε φώναζα, ούτε έπεφτα κάτω, κι όταν μ' έριχνε, ξανασηκωνόμουν. Του έλεγα πως κάποτε θα 'ρθει η στιγμή που θα βρεθούμε έξω και όταν τον πιάσω στα χέρια μου, θα ξηγηθούμε μια και καλή... Ημουν 18 χρονώ τότε.
- Και; Ετυχε να τον ξαναδείς;
- Ναι. Τον συνάντησα μετά από χρόνια, στην Καλαμάτα, Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου σ' έναν γάμο που ήμουν κουμπάρα. Μόλις κατάλαβε ποια είμαι, πάγωσε!
- Κι εσύ τι έκανες;
- Τι να κάνω; Τον κάλεσα στο τραπέζι μου για να τον κεράσω.
- Λες αλήθεια τώρα;
- Ρώτα όλη την Καλαμάτα να στο πει. Μάλιστα, όταν με είδε και με κατάλαβε, έσκυψε το κεφάλι από ντροπή κι έμεινε ακίνητος. Τότε τον απείλησα. «Κώστα Σταθόπουλε», του λέω, «σήκω κι έλα να πιεις μαζί μας, πριν πω στον πατέρα μου ότι εσύ είσαι αυτός που βάραγε το παιδί του και έρθει εδώ να σου σπάσει το κεφάλι».
- Ηρθε τελικά;
- Αν ήρθε; Τσακίστηκε. Ηρθε και ήπιε στην υγειά μου. «Στην υγειά σου, Πότα, πάντα άξια», μου είπε, κι εγώ του απάντησα: «Εγώ το ξέρω, κοίτα να το μάθεις κι εσύ».
■Τα νησιά, το ξύλο, οι πέτρες, η Μακρόνησος
Συλλαμβάνεται την πρώτη μέρα της χούντας στην Καλαμάτα, μία γυναίκα ανάμεσα σε 750 άντρες.
Η εξορία ήταν το μέσο που χρησιμοποίησε το κράτος για να διαλύσει τις ιδέες, όχι μόνο τα σώματα.
Την στέλνουν στη Χίο, στο Τρίκερι, στη Μακρόνησο, στις φυλακές Αβέρωφ, όλα μέρη μιας μεγάλης απομόνωσης, μιας βιομηχανίας πόνου.
Κάθε φορά που ανταμώνουν με τον Ρίτσο στο κολαστήριο, την χαιρετάει λέγοντας: «Γεια σου, Καλαματιανάκι!».
☆ Στη Μακρόνησο, όπου κρατήθηκαν και βασανίστηκαν πάνω από 100.000 αγωνιστές (ανάμεσά τους και 300 παιδιά), η Πότα, που βασανίστηκε όσο κανένας σε εκείνες τις ματωμένες πέτρες των ξερονησιών, ήταν πρώτη στις γραμμές όταν ξεκινούσε το ξύλο. Αυτή έβαζε πρώτη το σώμα της, για να φάει τα περισσότερα χτυπήματα, προστατεύοντας τις υπόλοιπες και κυρίως την αδύναμη Αλέκα Παΐζη.
Προσπαθούσε μάλιστα - μου είχε πει - να μην αποχωρίζεται το χοντρό παλτό της, για να πονάει λιγότερο από τις ροπαλιές και τον βούρδουλα.
Οταν οι βασανιστές έλεγαν από τα μεγάφωνα ότι «οι γυναίκες γεννήθηκαν για να αγαπούν, όχι για να μισούν», η Πότα ένιωθε πίσω από τις λέξεις την εκδικητική τρομοκρατία του αστικού κράτους, που ήθελε να υποτάξει ακόμα και την ίδια την αξιοπρέπεια του νου.
Και όπως ανέφερε:
☆ «Αν γινόταν χούντα σήμερα στην Ελλάδα, πάλι εμένα θα έπιαναν πρώτη!».
Αυτή ήταν η Πότα, όχι φοβισμένη από το παρελθόν, αλλά έτοιμη να το αντιμετωπίσει ξανά αν χρειαστεί.
Να ξαναζήσει τις σκηνές στη χαράδρα των βασανιστηρίων, στο ξεροπήγαδο όπου έβαζαν φωτιά και έκαιγαν τα βιβλία, και στον καταυλισμό, όπου οι άνθρωποι έχαναν τα λογικά τους από τα βασανιστήρια.
«Εμείς» - μου έλεγε σ' εκείνη την εκπομπή - «όταν αποφασίσαμε τους αγώνες μας, δεν περιμέναμε προσωπική δικαίωση. Εμείς αγωνιζόμασταν για τις ιδέες μας. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σκύψαμε με τη θέλησή μας για να πατήσετε πάνω μας εσείς και να προχωρήσετε. Με τον εαυτό μας, μέσα μας, είμαστε δικαιωμένοι, έχουμε κάνει το καθήκον μας».
■Μνήμη, αντίσταση, και τα «τότε» στην καρδιά του σήμερα
Αν και η ζωή της ήταν μια σειρά από κατολισθήσεις της μοίρας, εκείνη έκανε συνειδητή επιλογή να παραμείνει όρθια, ξανά και ξανά.
Οσο για την ιστορία της Πότας Κακκαβά, δεν είναι μόνο προσωπική.
Είναι ιστορία συνολικών αγώνων και ιστορικής βίας, που εφαρμόστηκε συλλογικά κατά των κομμουνιστών μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα. Φυλακίσεις, εξορίες, επιβολή αντιδημοκρατικών κανόνων, κοινωνικός στιγματισμός, επιχειρήσεις απονομής «υπευθυνότητας» μόνο προς τη μία πλευρά.
☆ Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Πότα διεκδίκησε με κάθε λέξη της την πραγματική μνήμη, που δεν παραχαράσσει, ούτε αποδέχεται ευκολίες.
Και πάλι με τα δικά της λόγια:
«Κοίτα να μην ξεχνάς ποτέ ότι η αστική τάξη είχε μαντρώσει χιλιάδες κρατούμενους στα νησιά της εξορίας...».
Δεν ήταν μόνο αριθμός.
Ηταν ανθρώπινες ζωές.
Με το «καλημέρα» της χούντας η Πότα βρέθηκε ξανά στη γραμμή του πυρός, αυτήν τη φορά μαζί με άλλους 750 άντρες αγωνιστές, στην ίδια εξορία, στη Γυάρο.
Στη μεταπολίτευση, ενώ άλλοι αναζητούσαν τρόπο να ξαναμπεί η ζωή στις ράγες της «κανονικότητας», η Πότα συνέβαλε αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση του ΚΚΕ στη Μεσσηνία και στις Οργανώσεις του.
Δεν έγινε διπλωμάτης της Ιστορίας, έγινε φωνή που επέμενε να μιλά, όσων δεν μπόρεσαν να μιλήσουν.
■Δεν της χρωστάμε στεφάνια. Της χρωστάμε στάση
Πέθανε 25 Γενάρη του 2025.
Στην κηδεία της, η ΚΕ του ΚΚΕ και οι Οργανώσεις της Πελοποννήσου τόνισαν ότι η Πότα ήταν εκείνη που έμεινε πιστή μέχρι το τέλος στα ιδανικά της και στους αγώνες για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Σήμερα, και για όσο η λέξη «αγώνας» αντικαθίσταται από κάποιους με τη λέξη «διαχείριση», όσο η αδικία βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η παραίτηση παρουσιάζεται ως ωριμότητα, εκείνη θα εξακολουθεί να ενοχλεί.
☆ Γιατί η ζωή της θα συνεχίσει να θέτει ένα απλό, αλλά επικίνδυνο ερώτημα:
Η γενιά της άντεξε φυλακές και εξορίες, εμείς θα αντέξουμε τη σιωπή;
Δεν της χρωστάμε στεφάνια και πολυλογίες. Της χρωστάμε στάση.
Γιατί την Ιστορία τη γράφουν οι άνθρωποι που επιμένουν να αγωνίζονται, ακόμα κι όταν όλα γύρω τους μοιάζουν να καταρρέουν.
Ζητούσε να μαχόμαστε για όλα όσα της κόστισαν στη ζωή της, τα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία.
Καμιά φορά την έπιανε το παράπονο:
«Η Ιστορία ήταν για μας κακιά μητριά κι εμείς τα ξενοπαίδια της. Γράφτηκε όπως βόλευε κάποιους».
Υστερα όμως άλλαζε ύφος και απαιτούσε:
«Πρέπει να ψάξετε και να μάθετε όλη την αλήθεια. Ο καπιταλισμός αγριεύει κάθε μέρα και πιο πολύ, καταργεί δικαιώματα που κερδίσαμε με αίμα, ισοπεδώνει λαούς. Μόνο από τα νέα παιδιά περιμένω φως. Μόνο αν καταλάβουν καλά τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει γύρω μας, αν αποφασίσουν να κινητοποιηθούν, μπορεί κάτι ν' αλλάξει. Μέχρι τότε εγώ θα είμαι συνέχεια εδώ. Μάχιμη!».

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

Ο ΞΑΝΘΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ, ΑΟΡΑΤΟΣ ΤΡΟΜΟΣ- ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΩΝ ΝΑΖΙ

Το όνομα Ρόζα της το έδωσαν οι γονείς της προς τιμή της μεγάλης επαναστάτριας Ρόζας Λούξεμπουργκ.

Τη λέγαν Ρόζα και την τρέμαν οι φασίστες
Κατιούσα

Η Ρόζα Γκεορκίεβνα Σανίνα γεννήθηκε στις 3 του Απρίλη 1924, σε μια φτωχή αγροτική περιοχή, την εποχή που η νεαρή εργατική σοβιετική εξουσία έχτιζε τις βάσεις του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. 
Ρόζα Γκεορκίεβνα Σανίνα (1924-1945)
Το όνομα Ρόζα της το έδωσαν οι γονείς της προς τιμή της μεγάλης επαναστάτριας Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στα δεκατέσσερά της ήταν ήδη μέλος της Πανενωσιακής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας, της Κομσομόλ.
Ήταν όμορφη, με καστανόξανθα μαλλιά και γαλανά μάτια και αγαπούσε τη μόρφωση και τις χαρές της ζωής. 
Αγαπούσε και την πατρίδα της. Ήταν άλλωστε παιδί μιας οικογένειας με μεγάλη προσφορά στην πατρίδα. 
Ο πατέρας της ήταν τραυματίας του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, ενώ τρία αδέλφια της έπεσαν κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου της ΕΣΣΔ. Ο ένας, μόλις 19 χρόνων, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Λένιγκραντ από τους χιτλερικούς εισβολείς.

Στα 17 της κατατάσσεται εθελοντικά στον Κόκκινο Στρατό που πολεμούσε σκληρά με το φασισμό. Το 1943 γίνεται ελεύθερη σκοπευτής. 
Η άρτια στρατιωτική εκπαίδευση και οι ικανότητές της την κάνουν να ξεχωρίσει. Οι διοικητές της της προτείνουν να γίνει εκπαιδεύτρια. 
Η Ρόζα ζητά να τη στείλουν στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ γίνεται η πρώτη σοβιετική γυναίκα ελεύθερη σκοπευτής που της απονέμεται το στρατιωτικό μετάλλιο της τιμής. 
Στις 12 Δεκέμβρη του 1944 τραυματίζεται από σφαίρα στο δεξί ώμο. 
Μετά την ανάρρωσή της επιστρέφει στο μέτωπο. Στα σχέδιά της ήταν μετά τον πόλεμο να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα της και να ολοκληρώσει τις σπουδές της που διέκοψε ο πόλεμος.
Στις 28 του Γενάρη 1945 ξεψύχησε στο πεδίο της μάχης 

Στις 27 του Γενάρη 1945 η Ρόζα Σανίνα τραυματίζεται βαριά στην κοιλιακή χώρα από θραύσμα οβίδας, την ώρα που προσπαθούσε να προφυλάξει έναν τραυματισμένο αξιωματικό του τμήματός της.
 Την επόμενη μέρα πεθαίνει. 
Στη σύντομη ζωή της έγινε τιμημένη ηρωίδα του σοβιετικού λαού και φόβος και τρόμος για τους φασίστες. Ο «αόρατος τρόμος της ανατολικής Πρωσίας» (έτσι την αποκαλούσαν) πρόλαβε να σκοτώσει 59 χιτλερικούς στρατιώτες. Μετά το θάνατό της ακολούθησαν και άλλες τιμές. Στο χωριό της φτιάχτηκε ένα μουσείο για να τη θυμίζει στις επόμενες γενιές. Σ’ αυτές για τις οποίες θυσίασε τη ζωή της για να ζήσουν ελεύθερα 
Στις 16 του Γενάρη, σε μια ανάπαυλα της μάχης, πρόλαβε να γράψει στο ημερολόγιό της: «Αυτό που κάνω δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που κάνουν όλοι οι Σοβιετικοί άνθρωποι που υπερασπίζονται τη μητέρα πατρίδα».

 Αλίευση - Παρουσίαση: Viva.La.Revolucion

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΝΑΣ (ΑΛΗΘΙΝΗ) ΑΠ' ΤΟ ΠΟΛΥΠΑΘΟ ΚΙΛΚΙΣ !!



Γιορτή της Μητέρας σήμερα και το μυαλό δεν μπορεί να μην πάει στις μάνες εκείνες που έχασαν τα βλαστάρια τους κι η καρδιά τους συνεχίσει να χτυπά μέχρι να κλείσουν τα μάτια χωρίς να ξεχάσουν ποτέ.
Επέλεξα να σας πω μια αληθινή πολεμική ιστορία από το γειτονικό πολύπαθο Κιλκίς που έγινε το 1947
Για τις μάνες εκείνες λοιπόν που βίωσαν τον πόνο της βίαιης απώλειας του παιδιού τους και τη μέρα αυτή στερήθηκαν το δικαίωμα της Γιορτής τους.
Για τις μάνες που ο πόλεμος τις αφαίρεσε τα όνειρα.
Θα σας μιλήσω για τη Μαρίτσα, την πανώρια κόρη, 19 χρονών το 1947, ήταν σύνδεσμος και αρραβωνιασμένη με αντάρτη. Καταδικάζεται «πεντάκις» σε θάνατο με τουφεκισμό, αφού έχουν προηγηθεί φρικτά βασανιστήρια πάνω στο κορμάκι της.
Το στρατοδικείο δεν ανακοίνωσε όμως την ημερομηνία εκτέλεσης για να σπάσουν το ηθικό της οικογένειας και για να μην μπορέσει ο λαός του Κιλκίς να ξεσηκωθεί.
Τη διήγηση που ακολουθεί την έκανε η μητέρας της Μαρίτσας στα εγγόνια της όταν πλέον είχε γεράσει και έγινε γιαγιά.
«Έπεφτα να κοιμηθώ το βράδυ και το πρωί μ' έβρισκε με τα ματιά ορθάνοιχτα, την καρδιά βουτηγμένη στον πόνο, το μυαλό γεμάτο σκέψεις και κακά ενδεχόμενα.
Τέσσερα μερόνυχτα κράτησε το μαρτύριο.
Κάποιο απ' αυτά τα ατελείωτα βράδια ο ήχος της μηχανής και σε συνέχεια το φρενάρισμα ενός αυτοκίνητου έσκισε στα δυο τη σιγαλιά της νύχτας. Το τεντωμένο μου αυτί αφουγκράστηκε:
Μάναααα! η φωνή του λατρεμένου μου παιδιού μού τρύπησε την καρδιά. Σαν τρελή πετάχτηκα έξω, αναμαλλιασμένη και ξυπόλυτη. Αγάντα, καρδιά μου. Στην καρότσα του στρατιωτικού αυτοκίνητου, που ήταν σταματημένο μπροστά στην πόρτα της αυλής μας, ήταν το κοριτσάκι μου ή τουλάχιστον ό,τι είχε απομείνει απ' αυτήν την πανώρια κοπέλα.
Με ματιά γεμάτα λαχτάρα, άπλωνε τα χέρια της προς τα μένα, φωνάζοντας "Μάνααα"! Με δυο δρασκελιές έφτασα κοντά της και άπλωσα με την ίδια λαχτάρα τα χέρια να την αγγίξω, να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, να την προστατέψω, να την κρατήσω, μη μου την πάρουν, μη μου ξεριζώσουν τα σπλάχνα.
Δεν πρόλαβα. Με ένα απότομο γκάζι το αυτοκίνητο έφυγε σαν βολίδα. Δε μ' άφησαν ούτε καν να την αποχαιρετήσω, να τη φιλήσω για τελευταία φορά.
Δεν επέτρεψαν ούτε μια τελευταία αγκαλιά στη μάνα και στη μελλοθάνατη κόρη. 
Έμεινα εκεί, καταμεσής του δρόμου, βουβή, να βλέπω το αυτοκίνητο - νεκροκρέβατο να παίρνει μακριά μου το παιδί μου, το αίμα μου, το σπλάχνο μου, τη ζωή μου. 
Κόρη μου! Λατρεμένη μου κόρη!
Πήρα να κυνηγώ το αυτοκίνητο από πίσω. Δεν το προλάβαινα, τα χαλίκια μάτωναν τα γυμνά μου πόδια, μα εγώ συνέχιζα να τρέχω ξοπίσω του. Τριακόσια μέτρα μακριά, στο νεκροταφείο, σταμάτησε και έσβησε τη μηχανή του. Το σκοτάδι αραιό, μόλις που άρχιζε να αχνοφέγγει και η ησυχία νεκρική!
Και τότε, μέσα στη σιγαλιά, βρόντηξε ο πρώτος πυροβολισμός. Και ύστερα και δεύτερος και τρίτος.
11 Νοεμβρίου 1947! 
Τα βόλια των άνανδρων φονιάδων καρφώθηκαν στο κορμάκι του παιδιού μου. 
Μαρμάρωσα! Αγάντα, καρδιά μου! Πώς και δε σταματάς τους χτύπους σου. Πώς και αντέχεις ακόμα και τρέχεις προς το νεκρό σου παιδί;».
Thesska Katerina

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

ΑΛΙΚΗ ΤΣΟΥΚΑΛΑ: -Ακούω από πάνω μου τα βήματα των μελλοθανάτων… το βήχα τους… κι αυτή τους την παράξενη για μένα, ευθυμία. Γιατί πεθαίνουν; -

«κάνε μας μίαν προφορικήν δήλωσιν αποκηρύξεως και είσαι ελεύθερη να συνεχίσεις τας σπουδάς σου»

Αλίκη Τσουκαλά: «Αποκηρύσσω, μα όχι τις ιδέες μου… αλλά τον πατέρα μου»!!!


Η Αλίκη (σε σχέδιο του Μέντη Μποσταντζόγλου)


«Αγόρια στήστε το χορό, κορίτσια τραγουδείστε
και σεις παιδιά μου αδέρφια της, κρατείστε τον καημό σας.
Τώρα είναι Απρίλης κι άνοιξη, τώρα είν' καημός για νιάτα
τώρα το μνήμα της ανθεί γιομάτο παπαρούνες
Μάνα της πιάσου στο χορό, και συ αδερφέ της πρώτος
και σεις πικραδελφούλες της, φέρτε ένα γύρο ακόμα
κι εγώ ένα ρουμελιώτικο σκοπό θα τραγουδήσω
τραγούδι απ' την πατρίδα μου κι απ' την καρδιά μου μέσα.»


(“Ρουμελιώτικο μοιρολόι” 
– γραμμένο από τον τραγικό πατέρα της Αλίκης,
 τον Ευρυτάνα ποιητή Γ. Τσουκαλά)




ΘΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ…


Η Αλίκη Τσουκαλά ήταν μια γενναία και πανέμορφη κοπέλα Ευρυτανικής καταγωγής που εκτελέστηκε σε ηλικία μόλις 21 χρονών στο νεκροταφείο του Αϊ Γιάννη στη Χαλκίδα τα ξημερώματα της 16ης Απρίλη 1949, μετά από μια κατάπτυστη δίκη-σκευωρία με την οποία καταδικάστηκε σε θάνατο για «συμμετοχή σε παράνομη κομμουνιστική οργάνωση με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος»!
 Η συνήθης στημένη κατηγορία με την οποία οδηγήθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα χιλιάδες αγωνιστές της αντίστασης και του λαϊκού μας κινήματος. 
Μαζί με την Αλίκη εκτελέστηκαν άλλες 3 γυναίκες (Κατερίνα Μελεμενή, Ευανθία Πατσαλή, Μαρία Λαφαζάνη) και 4 άντρες (Τάκης Φίτσος, Γιάννης Χάνος, Δημήτρης Βουραζόπουλος, Γιάννης Χριστοφορίδης). Όλοι τους διαλεχτοί αγωνιστές. 
Ο Τάκης Φίτσος ήταν ο σπουδαίος δημοσιογράφος και λογοτέχνης, παλιός στενός συνεργάτης του Άρη Βελουχιώτη (βλ. εδώ).
 Ο Χριστοφορίδης ήταν ο ατρόμητος καπετάνιος ενός καϊκιού που φυγάδευε διωκόμενους αντάρτες. Μετά το χαμό του η γυναίκα του και μάνα δύο παιδιών αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Ευβοϊκό.

Η Αλίκη γεννήθηκε Άνοιξη (26 Μάη 1928) και «έφυγε» Άνοιξη (16 Απρίλη 1949) . 
Λες και μέσα από αυτή την τραγική συγκυρία οι τύραννοι του ερέβους, οι αδίστακτοι εκπρόσωποι του αμερικανόδουλου μοναρχικού κράτους, επεδίωκαν να δολοφονήσουν στο πρόσωπο της μικρής Αλίκης τον ίδιο τον συμβολισμό της αναγέννησης και της προόδου!

Η μεγάλη μας ποιήτρια Ρίτα Μπούμη-Παπά η επονομαζόμενη και “Σολωμός της Αντίστασης” έγραψε στη μνήμη της νεαρής ηρωίδας ένα υπέροχο ποίημα με τον τίτλο «Αλίκη».
 Παραθέτουμε από αυτό λίγους αντιπροσωπευτικούς στίχους:
«Πώς να πεισθούν όσοι πολύ μ’ αγάπησαν
πως νίκησα πεθαίνοντας όλους μου τους εχθρούς
πως εκυρίεψα τα φρούριά τους
πως δεν φοβήθηκα τους κεραυνούς των ντουφεκιών
πως χάρισα το πιο γλυκό χαμόγελο
στα φανταράκια που με σημαδεύαν
λίγο πιο έξω από τη Χαλκίδα;»

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Γ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ…



Ο πατέρας της Αλίκης ήταν ο Ευρυτάνας ποιητής Γ. Τσουκαλάς. 
Μία τραγική μορφή που βίωσε στο έπακρο όχι μονάχα τη βαθιά οδύνη του πατέρα που χάνει κατ’ αυτό τον τρόπο το παιδί του, αλλά πολύ περισσότερο τις τύψεις και την ενοχή λόγω του γεγονότος ότι εκείνος δείλιασε μπροστά στο θάνατο και έζησε, ενώ η αγαπημένη του κόρη στάθηκε ως το τέλος ακλόνητη και χάθηκε …

Ο Γιώργος Τσουκαλάς ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος. 
Από το μεγάλο Ευρυτάνα διανοητή Μιχάλη Σταφυλά μαθαίνουμε πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Γ. Τσουκαλά. Αν δεν ήταν ο Μ. Σταφυλάς ίσως και αυτός να είχε μείνει στην αφάνεια.
 Ο Γιώργος Τσουκαλάς γεννήθηκε στα 1903 στον Προυσό Ευρυτανίας. 
Από μικρός ήταν ανήσυχο πνεύμα, έτσι δεν δέχτηκε την σίγουρη θέση που του προσφέρθηκε στο δημόσιο, αλλά προτίμησε τη δημοσιογραφία η οποία βέβαια προπολεμικά δεν προσέφερε καμία επαγγελματική εξασφάλιση. 
Τουναντίον μάλιστα, οι εφημερίδες έκλειναν η μία μετά την άλλη λόγω της συχνά ανώμαλης πολιτικής κατάστασης (δικτατορίες κλπ). 
Ο Τσουκαλάς επιδόθηκε και στη συγγραφή μυθιστορημάτων και ιστορικών ερευνών σχετικά με τους αγωνιστές του 1821. 
Εκεί που θα σταθούμε όμως είναι στο σημαντικό ποιητικό του έργο που απέσπασε σπουδαίους επαίνους στην εποχή του! Σε ηλικία μόλις 18 ετών εκδίδει την πρώτη ποιητική του συλλογή «Άσμα ασμάτων» (1921), ενώ ακολουθούν: τα «Αγροτικά» (1924), τα «Ερωτικά» (1925), ο «Χωρισμός» (1926), «Η ζωή μου κι εγώ» (1928), το «Ελντοράντο» (1937) και βέβαια το κορυφαίο μα και τραγικότερο όλων… «Αλίκη» (1960)!




Μετά το κλείσιμο από τη δικτατορία του Μεταξά της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» (των Ευρυτάνων εκδοτών Πουρνάρα), ο Γ. Τσουκαλάς ιδρύει την πρώτη ιδιωτική «Δανειστική Βιβλιοθήκη» στην οδό Φιλελλήνων 25, η οποία σύντομα μετατρέπεται σε σπουδαίο πνευματικό κέντρο και αναγνωρίσιμο στέκι διανοουμένων, λογοτεχνών και μελετητών, πάντα με την άοκνη και συνεχή παρουσία του ίδιου του Γιώργου Τσουκαλά ο οποίος χαίρει πλέον βαθιάς εκτίμησης και αναγνώρισης στους κύκλους της διανόησης. 
Ο Γ. Τσουκαλάς είναι όμως και τύπος μποέμ, με έφεση προς τη γλεντζέδικη ζωή. Συχνάζει παρέα με τον φίλο του τον Κώστα Βάρναλη στα Πλακιώτικα κουτούκια πολλές φορές και μετά ωραιοτάτων νεανίδων! Ως προοδευτικό πνεύμα, ο Γ. Τσουκαλάς συνδέθηκε την περίοδο της Κατοχής με την Αντίσταση δίπλα από άλλους επώνυμους αγωνιστές.

Η ΑΛΙΚΗ




Η Αλίκη ήταν ένα πανέξυπνο, όμορφο και γεμάτο ζωή κορίτσι. Τρυφερή, με σπάνιες ευαισθησίες. 
Στα χνάρια του πατέρα της, τον οποίο θαύμαζε, η Αλίκη μελετούσε ακατάπαυστα λογοτεχνία, ποίηση, ιστορία, ήταν δε και η ίδια ένα πολλά υποσχόμενο συγγραφικό ταλέντο. 
Παράλληλα διαπρέπει στις σπουδές της, λατρεύει παθολογικά τη μουσική, παίζει πιάνο.
 Οι κοινωνικές της αναζητήσεις βρίσκουν διέξοδο στην ΕΑΜική Αντίσταση. Από μικρή εντάσσεται στην ΕΠΟΝ! 
Η Αλίκη αποτελεί υπόδειγμα αγωνίστριας, είναι «πρώτη στα μαθήματα και πρώτη στον αγώνα» δίνοντας ανελλιπώς το παρόν της σε όλες τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις εναντίον του φασίστα κατακτητή. 
Κατόπιν, στην περίοδο του Εμφυλίου, κυνηγημένη πλέον, συνεχίζει την αγωνιστική δραστηριότητά της αποσπώντας το θαυμασμό και την εκτίμηση όλων των συντρόφων της για την ανιδιοτελή της προσήλωση στο κίνημα, μα και για την συγκινητική της τόλμη.

Το 1949 η Αλίκη συλλαμβάνεται μαζί με άλλους αγωνιστές με τη συνήθη κατηγορία ότι αποτελούσαν ανατρεπτική ομάδα κατά του καθεστώτος. 
Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο ίδιος ο πατέρας της, ο καλός του φίλος Τάκης Φίτσος και άλλοι επώνυμοι Αθηναίοι. 
Οι συλληφθέντες πλην του Γ. Τσουκαλά (για τον οποίο θα εξηγήσουμε παρακάτω τους λόγους) θα υποστούν τα πιο άγρια βασανιστήρια μέσα στα αστυνομικά μπουντρούμια. 
Κάποιοι εξ΄ αυτών εκπαραθυρώνονται από την Ασφάλεια η οποία κατά την προσφιλή τακτική της τούς παρουσιάζει τάχα ως “αυτοκτονήσαντες”! 
Οι υπόλοιποι οδηγούνται στο στρατοδικείο. Η θανατική καταδίκη τους είναι κάτι παραπάνω από βέβαιη.
 Η Αλίκη με πρωτοφανή λεβεντιά και αξιοπρέπεια αντέχει όλα τα μαρτύρια, στέκεται αλύγιστη! 
Ο πατέρας της όμως επιλέγει μια εντελώς διαφορετική στάση: παραδίδεται αμαχητί στο φόβο. 
'Έτσι υποτάσσεται και σκύβει στην εξουσία. 
Νομίζει ότι αν δεχθεί να αποκηρύξει τις ιδέες του, αν συνεργαστεί με το κράτος και “μιλήσει", έτσι όπως θα του ανέθεταν οι αρχές, εναντίον των πρώην συντρόφων του ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και η ίδια του η κόρη!, πως θα τύχει διαφορετικής μεταχείρισης τόσο ο ίδιος όσο και η Αλίκη. Πράττοντας κατ' αυτό τον τρόπο, ο Γ. Τσουκαλάς θα αναιρέσει τον ίδιο του τον εαυτό και θα σκοτώσει μόνος του την ψυχή του και το αλλοτινό έντιμο παρελθόν του. 
Στη διάρκεια της δίκης (15 Μάρτη ως 5 Απρίλη 1949) και στη δίνη μίας άνευ όρων απόγνωσης θα γυρνά μέσα στο στρατοδικείο με ένα ευαγγέλιο στο χέρι και θα παριστάνει τον τρελό προσπαθώντας να σώσει την κόρη του. 
Ταπεινώνεται, αυτοεξευτελίζεται, μετατρέπεται σε ένα ηθικό ράκος.

Η Αλίκη όμως ήταν πλασμένη από τα ανθεκτικά υλικά των ηρώων! 
Δεν ακολουθεί τον ταπεινωτικό δρόμο του πατέρα της, αλλά επιλέγει τη στάση της τιμής, της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας. 
Δεν δέχεται να διαχωριστεί από τους συντρόφους της, αρνείται να καταδώσει και δεν αποκηρύσσει τα πιστεύω της. 
Στην απολογία της ενώπιον του θανατοδικείου η ευαισθησία της γίνεται πύρινο ξίφος στην καρδιά του μοναρχοφασιστικού κράτους. 
Με συγκινητικό και συνάμα παλικαρίσιο τρόπο υπερασπίζεται τη λαϊκή υπόθεση και το δίκαιο του αγώνα για λευτεριά και ανεξαρτησία. 
Η γενναία απολογία της καθηλώνει τους πάντες, ακόμη και τους στρατοδίκες. 
Το μόνο που βρίσκει να πει ο πρόεδρος του στρατοδικείου Καρράς είναι: «κάνε μας μίαν προφορικήν δήλωσιν αποκηρύξεως και είσαι ελεύθερη να συνεχίσεις τας σπουδάς σου». 
Εκείνη ακριβώς την τραγική στιγμή που μια λέξη μόνο, θα μπορούσε να πάρει την Αλίκη από την αγκαλιά του θανάτου και να την οδηγήσει ξανά στη Ζωή, ο πατέρας της πέφτει γονατιστός μπροστά της ζητώντας της να υπακούσει στον πρόεδρο του στρατοδικείου. 
Μία σκηνή που αναμφίβολα θυμίζει αρχαία τραγωδία.

Πώς να ένιωσε άραγε αυτή η ακατάβλητη αγωνίστρια; 
Όταν πέρα από τον προσωπικό της γολγοθά, έβλεπε τον ίδιο της τον πατέρα, τον παλιό αγωνιστή και κάποτε σεβαστό ίνδαλμά της, να καταρρακώνεται με τέτοιο τρόπο και παράλληλα να επιζητεί και από την ίδια να ακολουθήσει το δικό του ηθικό ξεπεσμό; 
Ίσως οι στίχοι της Ρίτας Μπούμη – Παπά από το προαναφερόμενο ποίημα να μας δίνουν μια απάντηση για τα βαθύτερα ανομολόγητα συναισθήματα της Αλίκης:
«Κι έχω πατέρα ποιητή
που προσκυνά το στέφανο του μάρτυρα που φόρεσα
κι ακοίμητο καντήλι ανάβει
μπρος στη φωτογραφία μου που τη στολίζει μ’ άνθη
κι ακόμα μου ζητά γονατιστός συγνώμη
γιατί μπόρεσε κι έζησε.

Σαν με γεννούσε έψελνε αγροτικά εμβατήρια
με μακριά μαλλιά στον άνεμο δοσμένα,
αυτός με δίδαξε τη μουσική να κυνηγώ
να ντύνομαι με πράσινες ελπίδες.
Πώς να προδόσω
την ομορφιά που μου ‘δωσε ο πατέρας
πως ν’ απιστήσω στη θρησκεία που διάλεξα
λουτρό να κάνω μες στο ψέμμα
πώς να κυλήσω μες στη λάσπη
την εικοσάχρονη καρδιά μου»

Η Αλίκη στάθηκε ολόρθη υψώνοντας το δικό της «ΟΧΙ»! 
Κοιτώντας θαρραλέα τους στρατοδίκες της είπε:
«Μονάχα δήλωση ότι αποκηρύσσω τον πατέρα μου και όχι τις ιδέες μου, μπορώ να σας υπογράψω»!!! 
Η ηρωίδα είχε ήδη επιλέξει έναν περήφανο θάνατο παρά μια ατιμωτική “ζωή”! 
 
Η απόφαση του στρατοδικείου για την Αλίκη ήταν ότι 
«αποβαίνει επιβλαβής δια την πατρίδα» και καταδικάζεται… «δις εις θάνατον»!!!



ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ…




Μετά την εκτέλεση της Αλίκης, ο πατέρας της θα αφεθεί ελεύθερος. 
Είναι όμως πλέον ηθικά νεκρός! 
Ο Γ. Τσουκαλάς θα ζει σε ένα υπόγειο, γωνία Σοφοκλέους και Αριστείδου, περιφρονημένος λόγω της στάσης του ακόμη και από την ίδια του την οικογένεια, τη γυναίκα του και τα παιδιά του και απομονωμένος από τους αλλοτινούς συναγωνιστές του και τους παλιούς κύκλους της διανόησης. 
Κάποια στιγμή θα ξαναπαντρευτεί, εντούτοις όμως δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεφύγει από τις τύψεις και το προσωπικό του δράμα. 
Στο τέλος κι έχοντας πια "μισοπαρανοήσει", θα πεθάνει τυφλός και μάλλον ξεχασμένος σε κάποιο αθηναϊκό γηροκομείο. 
Στα 1974, την ίδια ακριβώς μέρα που έσβησε και ο παλιός του φίλος Κ. Βάρναλης!

Αρκετά χρόνια πριν το θάνατό του, γύρω στο 1960, ο Γ. Τσουκαλάς εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «ΑΛΙΚH». Περιείχε ποιήματα του τραγικού πατέρα αφιερωμένα στη μνήμη της κόρης του, ποιήματα που συγκλόνισαν για το βαθύ σπαραγμό τους. 
Στον Μιχάλη Σταφυλά που τον επισκέφτηκε είπε : «Είναι γραμμένο με το αίμα της καρδιάς μου. Κάθε λέξη του τη συνόδευε ποταμός δακρύων. Πλήγωνα το στήθος μου με την πένα που έγραφα…» (σ.σ. Μ. Σταφυλά, “της πατρίδας και της λευτεριάς”).


Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι αυτό που βλέπετε στην αρχή του παρόντος αφιερώματος. 
Την προσωπογραφία της Αλίκης φιλοτέχνησε ο «Μποστ» (Μέντης Μποσταντζόγλου) ενώ ο τίτλος του βιβλίου Αλίκη σε συνδυασμό με το όνομα του ποιητή αποκάτω, είναι πανομοιότυπη η υπογραφή της ηρωίδας: Αλίκη Γ. Τσουκαλά! 

Λίγοι στίχοι από αυτό το βιβλίο…

«Αόρατη ζυγαριά που ταλαντεύεσαι
μπροστά μου, όταν τα μάτια μου τα κλείνω:
από τη μια το ματωμένο της χαμόγελο
κι από την άλλη η περιφρόνησή της…
Κρατάω τη ζυγαριά στα δυό μου χέρια:
βαρύτερη απ’ το αίμα είναι η ματιά της….
Εμένανε τα δυό μου χέρια τρέμουν.
Εμένα θρυμματίστηκε η καρδιά μου…»


(Δίλλημα)


«Είναι τόσο περσότεροι εκείνοι που φύγαν
και μετριούνται στα δάχτυλα αυτοί που μου μείναν.
Θέ μου δεν ξαίρω αν είμαι μ’ αυτούς και μ’ εκείνους,
Μ’ όσους μείναν, ή, μ’ όσους έχουν φύγει για πάντα.»


(Μπαλάντα για κείνους που έχουν φύγει για πάντα)




«Ξύπνησε κοριτσάκι, να σε σκοτώσουμε.
Άφησε τα όνειρά σου εδώ στη γη.
Έχεις καιρό να ονειρευτείς στον τάφο σου.


Ξύπνησε κοριτσάκι μου να σε σκοτώσουμε
προτού προβάλλει ο ήλιος και μας δει
θάναι πιο καλά στο μισοσκόταδο…»


(Εγερτήριο πριν την αυγή)


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ



Το βιβλίο αρχίζει με το τελευταίο φύλλο του ημερολογίου της Αλίκης που γράφηκε την 15η Απρίλη 1949. 
Το χάραμα της 16ης η Αλίκη εκτελέστηκε…


Παραθέτουμε το τελευταίο γράμμα της Αλίκης:
«Δεν φανταζόμουνα ποτέ πως τόσο πολύτιμη κι ωραία είναι η ζωή. Αν μπορούσε κανείς να μου το πει πρωτύτερα, και να τον πιστέψω, θα πρόσεχα πολύ στο πέρασμά της. Θα ήταν κάθε μου βήμα και ύμνος προς αυτήν. 
(Να, τώρα γιατί μου ήρθε στο νου μια σκηνή απ’ τον Σοπέν κι ακόμα η μελωδία του αθάνατου Μπετόβεν στη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως»; 
Αχ, πόσο θάθελα ακόμα μια φορά να τ’ ακούσω απ’ τις γλυκόλαλες χορδές του πιάνου μου, χαμένο κι αυτό πια τώρα). 
Θα πρόσεχα το κάθε φύλλο που σειόταν απ’ τ’ αγέρι και που τόση ζωή κλειούσε μέσα του. 
Κάθε μου βήμα θα ήταν κι ένα προσκύνημα –τέτοια προσκυνήματα έκανα πάντα, όμως μόνο με αισθήματα,- κι ούτε ένα μυρμήγκι δε θα πέθαινε κάτω απ’ το πέλμα μου. 
Θα έμενα ξάγρυπνη τις νύχτες για να είχα τώρα ζήσει διπλή τη μικρή μου ζωή (αλήθεια δεν έκλεισα ακόμη τα εικοσιένα μου χρόνια…)………………

….Να, απόψε είναι το τελευταίο βράδι για πέντε ανθρώπους, που επί εικοσιδύο μέρες ανάσαιναν πλάι μου -κι αύριο δεν θα υπάρχουν, η ζωή όμως θα κυλάει αδιάφορη για άλλους. 
Ίσως νάναι κι η δική μου στερνή νύχτα…. Τούτες τις τελευταίες μέρες πρόσεξα όλους τους ήχους. 
Ένιωσα ως μέσα στην καρδιά μου τα μηνύματα της Άνοιξης, που έρχεται και που θα είναι η τελευταία της λιγόχρονης ζωής μου. Ακούω από πάνω μου τα βήματα των μελλοθανάτων… το βήχα τους… κι αυτή τους την παράξενη για μένα, ευθυμία. Γιατί πεθαίνουν; 
Ζήσαν τόσο πολύ για να είναι ευχαριστημένοι με το θάνατό τους; 
Τότε τι νόημα έχει η ζωή; 
Αλήθεια κι εμένα γιατί να με σκοτώσουν; 
Πως δεν μ’ αφήνουν να εκπληρώσω τον μεγάλο μου προορισμό σαν γυναίκα στη ζωή; 
Γιατί δεν μ’ αφήνουν να γνωρίσω το μεγάλο συναίσθημα της μητρότητας και τη μεγάλη στιγμή της φύσεως; 
Ήθελα να κι εγώ να στήσω νοικοκυριό, να γεννήσω παιδιά, να τα φροντίζω – να μου αρρωστήσουν και να ξαγρυπνώ πάνω από την κούνια τους. 
Ακόμα ήξερα και πώς να τα ντύνω – κι ακούστε: Είχα ακούσει την αδύνατη φωνούλα τους να προσπαθούν να ταιριάξουν τις πρώτες λεξούλες που θα τα συνέδεαν με τη ζωή. 
Θα τα μάθαινα πολύ μικρά ν’ αγαπούν τη μουσική και νάναι πάντα διψασμένα για μάθηση. 
Θα τους έβαζα διπλά μαξιλάρια στο σκαμνάκι του πιάνου για να φτάνουν τα μικρά τους ροδοδάχτυλα τα πλήκτρα. 
Ω!... τι αστεία που θα είναι τα μουτράκια τους όταν θ’ ακούσουν τον πρώτο ήχο… ίσως τρομάξουν κιόλας… Τι γέλια που θα κάνουμε με το μπαμπά τους… Θέλω να πω πως θα κάναμε αν ζούσα κι αν ήταν όλα έτσι όπως τα φαντάστηκα… 
Απόψε ίσως να΄ ταν η τελευταία δύση που θαύμασα.


Μελλοθάνατη. Απόψε αγαπημένοι μου πρέπει να κοιμηθούν τα όνειρά μου. (Ακούω το σκοπό να λέει πως είναι δέκα παρά τέταρτο – και μένουν τόσες λίγες ώρες ως το πρωί…. Πόσο βιάζεται ο Χρόνος….).


Δίπλωσε χρόνε, δίπλωσε
τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκές μην τρέχετε,
σταθήτε μια στιγμή…


Τι αισθανόταν ο Λαορτίνος την ώρα που συνέθετε τούτους τους στίχους…

…….Πολυαγαπημένοι μου, εσάς που τόσο πολύ πόνεσα τις τελευταίες δύσκολες μέρες, ζητώ από σας, ως τελευταία μου χάρη,
 όχι ν’ αγνοήσετε το θάνατό μου, γιατί αυτό δεν είναι ανθρώπινο, αλλά να βοηθήσετε ο ένας τον άλλον, όσο μπορείτε, να μου δώσετε ψεγάδια, για νάναι ευκολώτερο να με ξεχάσετε… 
Μην προσπαθήσετε να φανταστείτε την εικόνα του τόσο αλλόκοτου θανάτου μου – γιατί ούτε κι εγώ προσπάθησα να κάνω… Εκείνη τη στιγμή ίσως φοβηθώ λιγάκι γιατί δεν έχω ξαναπεθάνει και δεν ξέρω πως θα είναι… - είναι φυσικό. 
Λυπούμαι μόνο που θα είναι ελληνικές οι σφαίρες που θα σταματήσουν τη ζωή μου – και γι αυτό θα πρέπει κι εσείς να λυπηθείτε και να κλάψετε….

……Υπάρχουν πολλές πιθανότητες να με πάρουν κι εμένα το πρωί, κι όμως δεν νιώθω καμιά νευρικότητα μέσα μου. Έτσι λοιπόν ήρεμα θάρθει ο θάνατος; 
Θέλω τόσο πολύ να ζήσω…. Γιατί λοιπόν δεν εξανίσταται το είναι μου ολόκληρο στην προσμονή του χαμού μου;….
…...Είμαι τόσο μικρή ακόμη. 
Τι κακό μπορούσα να κάνω στην πατρίδα για να με αποκαλούν προδότη; 
Γιατί δεν μ’ αφήνουν να τελειώσω τις σπουδές μου, να μπορέσω τότε να βοηθήσω κι εγώ με τις μικρές μου γνώσεις την Ελλάδα σ’ αυτό το αιώνιο πνευματικό ανέβασμά της;
……………….
9.4.49 (Σάββατο)
Πέρασε κι αυτή η αυγή. Ζουν κι οι πέντε ακόμα… Αύριο είναι Κυριακή – δεν εκτελούν. Τη Δευτέρα την αυγή θα περιμένω πάλι…
……………….
10.4.49. (Κυριακή 12 1/2 νύχτα)
Λίγες ώρες μένουν ως που να φέξει. Δε μας απομόνωσαν εμάς, ίσως να μην είμαστε αύριο με τους άλλους. 
Θέλω την τ ε λ ε υ τ α ί α σ τ ι γ μ ή  ν’ αφήσω τα γράμματα για το σπίτι….


Αλίκη».




Πόσο πρέπει να αγαπούσε τη ζωή αυτό το νέο κορίτσι ώστε τα τελευταία της λόγια να αποτελούν έναν αληθινό ύμνο στις ίδιες τις χαρές της ζωής που τόσο πρόωρα αποχωρίζονταν. 
Αλλά και πόσο βαθιά πίστη στα ιδανικά της, τις αρχές της και στο δίκαιο αγώνα είχε, ούτως ώστε να αυτοθυσιαστεί…


Την αυγή της 16ης Απριλίου 1949 η νεαρή ηρωίδα Αλίκη Τσουκαλά θα σταθεί περήφανη, μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους της, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. 
Το αθώο νεανικό της αίμα θα ποτίσει το δεντράκι των αδικαίωτων οραμάτων αυτού του λαού…

Ένα αφιέρωμα στην Αλίκη