ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Αλεξίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Αλεξίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

- Μα ο Τριαντάφυλλος, Μάνα, μου λέει, πως οι πατεράδες μας δεν μπορούν να ξυπνήσουν, γιατί είναι σκοτωμένοι... Αλήθεια, Μάνα;



Thanasis Longie
4.10.26 

«Καληνύχτα μάνα»
"ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ η συναδέλφωση", θα το πουν μερικοί. 
Άλλοι "Νηπιαγωγείο ο Πόλεμος", ή, κι ίσως αυτό να του ταιριάζει καλύτερα, 
"Νηπιαγωγείο το Περιστέρι", γιατί παντού: στους τοίχους, στον αέρα, στα τζάμια το μοτίβο που κυριαρχεί στη διακόσμηση είναι γιρλάντες από λουλούδια πολύχρωμα, και περιστέρια, περιστέρια πολλά, και λιγοστά λαγουδάκια.
Εκεί πηγαίνουν ο Γιαννάκος Αβραμίδης, κι ο Τριαντάφυλλος Δράγκας. 
Εκεί ανταμώνονται με πλήθος άλλα μωρά, που, στα σπίτια τους, μιλούνε τη γλώσσα της μητέρας τους. Μόνο στο νηπιαγωγείο μιλούνε ρουμάνικα αυτό καθόλου δεν τα δυσκολεύει τα μωρά. Μέσα στο νηπιαγωγείο τα μιλάνε, όλα τους, φαρσί τα ρουμάνικα.
Ο Τριαντάφυλλος, -Τριαντάφυλλο τόνε λέει ο Γιαννάκος-, είναι πολύ τσιγκούνης στα λόγια. 
Μάλιστα άμα το βάλει πείσμα, και να τόνε χρυσώσεις δεν ανοίγει το στόμα του. 
Αυτός όλη μέρα βλέπει, παρακολουθεί, εξετάζει τούτο και τ' άλλο, ακουμπάει και το κεφάλι στην παλάμη και κοιτάζει με το πλάι, όπως οι γέροι, άμα τυχαίνει κοντά σε τραπέζι. Λες και μαζεύει όλη τη μέρα, τη νύχτα, προτού τον πάρει ο ύπνος, στο μεγάλο κρεβάτι που κοιμάται μαζί με τη μάνα του, της τα εκθέτει όλα χύμα. Λέει, λέει, λέει, που δεν αποσώνονται.
«... Ο Γιαννάκος, μάνα, έκρυψε στο μικρό κινεζάκι το ένα του γάντι, μέσα στ' ανθοδοχείο, μα δεν είχε νερό, λουλούδια είχε και τον μάλωσε η δασκάλα. Ο Γιαννάκος με το αραπάκι, κείνο που κάθεται στο ίδιο θρανίο με τη Φλωράνς, κλειστήκανε μέσα στην κάμαρα κι ύστερα ο Γιαννάκος έβγαλε το χερούλι και δεν μπορούσανε να βγούνε... και κλαίγανε και χτυπούσανε τα τζάμια, και χτυπούσανε τα πόδια τους και τους μάλωσε η δασκάλα...
Ο Γιαννάκος άργησε να μπει στη γραμμή. 
Του φώναζε η δασκάλα κι αυτός έστεκε ακόμα μπροστά στη βρύση και δεν ξεκολλούσε και η δασκάλα τον έβαλε τιμωρία να φάει στη γωνιά, μοναχός του στο τραπέζι... Ο Γιαννάκος και το βιετναμεζάκι άλλαξαν το παπούτσι τους, να τούτο, κι ήρθανε να πάρουνε το βιετναμεζάκι και παρά λίγο να φύγει με το παπούτσι του Γιαννάκου, γιατί η δασκάλα δεν είχε δει πως φορεί το κόκκινο παπούτσι και τόνε μάλωσε η δασκάλα...»
Οι Μανάδες τους δουλεύουνε όλη μέρα στο εργοστάσιο. Τα βράδια, πότε η μια, πότε η άλλη, πάνε και παίρνουνε τα μωρά. Αμα πάει η Μάνα του Τριαντάφυλλου, γυρίζει στο σπίτι και καμαρώνει.
- Φρόνιμος πολύ Τριαντάφυλλος. Ταχτικό παιδί Τριαντάφυλλος, Φρόνιμος! Πολύ φρόνιμος Τριαντάφυλλος!
Η Ρουμάνα νηπιαγωγός απλοποιεί όσο μπορεί τα ρουμανικά της, για να τα καταλαβαίνει καλύτερα η Ελληνίδα γυναίκα.
Άμα πηγαίνει η Μάνα του Γιαννάκου την υποδέχονται οι παιδαγωγές με γέλια και διηγούνται τα κατορθώματα του:
- Θηρίο, Γιαννάκος! Απ' όλα τα παιδιά μεγαλύτερο θηρίο! Μα καλή καρδιά. Δίνει το γλυκό του. Δίνει τα παιγνίδια του. Αγαπάει τα παιδιά. Τα χαϊδεύει. Τ' αγκαλιάζει. Τα φιλά. Μα πολύ άταχτος. Θηρίο! Θηρίο Γιαννάκος!

Ο Γιαννάκος και στο σπίτι, όσες ώρες μεσολαβούνε ως τον ύπνο, προλαβαίνει να τα κάμει όλα άνω - κάτω. Χαλάει τις πρίζες. Βάνει ένα καρφί στις τρύπες και το χτυπάει με το σφυρί. 
Βάνει νερό στο στόμα του και καταβρέχει με το καλάμι τον κόσμο. Στραπατσέρνει τα βιβλία. Βγάνει και κόβει τις εικόνες. Μόλις μπει σε κανένα δωμάτιο, βλέπεις το σύντροφο, που κάθεται μέσα, να σηκώνεται βιαστικός να συμμαζεύει τα πράματα του. Λαβαίνει μέτρα ν' αντιμετωπίσει το «θηρίο». Ανοίγει τα συρτάρια, αρπάζει το σταχτοδοχείο με το πετεινάρι, ένα καλλιτεχνικότατο ρόζενταλ.
- Αμα δε θα σου χρειάζεται πια, σύντροφε, θα μου το δώσεις;
- Ναι, σύντροφε, Γιαννάκο, θα σου το δώσω, άμα δε θα μου χρειάζεται πια.
Ο σύντροφος μπορεί ν' ακούει και τις ειδήσεις στο ράδιο, Ο Γιαννάκος θέλει σώνει και καλά να δει αυτόν που μιλά.
- Πες του να βγει όξω!
-;;;;
- Πες του, σου λέω, να βγει όξω...
Στα κατατελευταία βγαίνει όξω ο Γιαννάκος και η πόρτα κλειδώνεται από μέσα. Αυτό είναι το πιο συνηθισμένο από τις έξι και κει, που γυρνάει ο Γιαννάκος στο σπίτι. Οι πόρτες όλες είναι κλειδωμένες από μέσα.
Το βιετναμεζάκι είχε μάνα, που σκοτώθηκε στο δικό τους αντάρτικο κει κάτω.
 Εχει όμως πατέρα. Εναν αγαθό ανθρωπάκο, αδύνατο και κουτσό, που έρχεται ταχτικά κάθε βράδυ με την πατερίτσα και παίρνει το παιδί του.
 Το αραπάκι, που «κάθεται στο ίδιο θρανίο με τη Φλωράνς», δεν ξέρουνε από γονιούς τι έχει. Άσπροι άνθρωποι, που μιλούν γνήσια ρουμάνικα, έρχονται άλλοτε ο άντρας άλλοτε η γυναίκα, και παίρνουν το παιδί. Κι αυτός τους λέει «πατέρα» και «μάνα».
 Τα κινεζάκια, είναι δυο, έχουν ένα πολύ περιποιημένο πατέρα. Και τα ίδια είναι πολύ καλοντυμένα. Είναι σίγουρα ο αληθινός τους πατέρας, γιατί μοιάζει καταπληχτικά με τα παιδιά και τον φωνάζουν πατέρα, θα 'ναι της πρεσβείας άνθρωπος, λένε οι γυναίκες. Εχει ακόμα πεντέξι αραπάκια, που πηγαίνουν τα βράδια και τα ζητούν άσπροι άνθρωποι. Εχει και πολλά ρουμανάκια.

Κανείς άνδρας δεν εμφανίζεται ποτέ στο νηπιαγωγείο να ζητήσει, ή κάπως να ενδιαφερθεί για το Γιαννάκο ή τον Τριαντάφυλλο.
 Συχνά παρουσιάζονται ζητήματα, που πρέπει να πάει ένας μεγάλος να συνεννοηθεί με τη διεύθυνση. Είναι π.χ., να πάνε τα μικρά για 15 μέρες εξοχή. Ο Τριαντάφυλλος κι ο Γιαννάκος θα πάνε μαζί; 
Είναι μπολιασμένα με το τάδε ή τάδε εμβόλιο; Και πότε; Μια Ελληνίδα ιατρός μορφωμένη, πηγαίνει τότε στο νηπιαγωγείο και τα κανονίζει. Τα δυο ελληνόπουλα είναι τα μόνα που δεν έχουν αντρική συμπαράσταση. Ο Τριαντάφυλλος δεν το πρόσεξε αυτό.
Ίσως καθώς όλη μέρα έχει το νου του να μαζεύει τις διαολιές του Γιαννάκου, για να θυμάται το βράδυ να τις πει στη μάνα του, να μην του μένει καιρός, ίσως να 'ναι και φύση κλειστή. 
Ο Γιαννάκος όμως δεν είναι έτσι. Μόλις του μείνει λίγος λεύτερος καιρός, το μόνο που συλλογιέται, το μόνο που του παιδεύει το μυαλό, είναι ο «πατέρας» που του λείπει. Ευτυχώς οι τρέλες του είναι τόσο πολλές, που την ημέρα δεν του αφήνουν περιθώρια.
 Μα τη νύχτα, που ξαπλώνει στο κρεβάτι για να κοιμηθεί δίπλα στη μάνα του, τότες τα παλέματα κι οι τσαχπινιές σταματάνε αναγκαστικά. Βρίσκει τότε το μυαλό του Γιαννάκου το ελεύτερο και γυρίζει, γυρίζει... γύρω απ' τον «πατέρα» που δεν έχει...
- Μάνα, δεν μπορώ να βρω κανέναν πατέρα;
- Πάλι τα ίδια. Αφού σου 'χω πει τόσες φορές, πως ο πατέρας σου έμεινε στην πατρίδα.
- Να βρω κανένα να τόνε λέω πατέρα, έτσι για ψέματα...
- Κοιμήσου τώρα, κι αύριο θα κοιτάξω...
- Μη μου λες ψέματα;
- Άντε κουκουλώσου. Δε σου λέω ψέματα.
Την άλλη βραδιά...:
- Και πού έμεινε ο πατέρας, Μάνα, στο χωριό;
- Πάλι τα ίδια... Κοιμάται, παιδί μου, ο πατέρας σου, κοιμάται στο Γράμμο.
- Και κοιμάται μέρα - νύχτα;
- Ναι! Μόνο κοιμήσου, γιατί αύριο δε θα 'χεις ξυπνημό...
- Γιατί δεν ξυπνάει να 'ρθει μαζί μας;
- Δεν έχει ποιος να τον ξυπνήσει. Εσένα κάθε πρωί άμα δε θα σε ξυπνήσω, ξυπνάς μοναχός σου; άντε σώπα και κοιμήσου.
Την άλλη βραδιά...:
- Δεν έχει ποιος να τον ξυπνήσει, επειδή είναι όξω στο βουνό;
- Ναι.
- Μα ο Τριαντάφυλλος, Μάνα, μου λέει, πως οι πατεράδες μας δεν μπορούν να ξυπνήσουν, γιατί είναι σκοτωμένοι... Αλήθεια, Μάνα;
- Και πού ξέρει ο Τριαντάφυλλος... Εσείς τότε που φύγαμε ήσασταν μωρά βυζανιάρικα... άντε, άντε κοιμήσου.
Την άλλη βραδιά...:
- Μάνα, ο Τριαντάφυλλος μου λέει πως δεν μπορούν να ξυπνήσουν, επειδή οι Αμερικάνοι τους βάλανε ένα βόλι μέσα στην καρδιά τους, αλήθεια, μάνα;
- Κάθε βράδυ, Γιαννάκο, τα ίδια με ρωτάς. Σου το 'πα μια φορά πως θα ξυπνήσει... μη με ξαναρωτάς.
- Κι ας έχει και το βόλι;
- Κι ας έχει και το βόλι....
Την άλλη βραδιά...:
- Πότε μάνα θα πάμε στην Ελλάδα, άμα μεγαλώσω;
- Άμα γενείς μεγάααλος και μάθεις πολλάαα γράμματα.
- Και τότες, Μάνα, εσύ θα σκουντήσεις τον πατέρα ή εγώ;
- Εγώ. Όπως κάνω κάθε πρωί και με σένα.
- Κι εγώ, Μάνα, που θα 'μαι μεγάλος, θα του βγάλω το βόλι απ' την καρδιά του; ναι, Μάνα;
- Ναι, Γιαννάκο μου, θα σε πάρω απ' το χέρι και θ' ανεβούμε πάνω στο βουνό... Θα τον βρούμε, που θα γλυκοκοιμάται, πάνω στην πρασινάδα, κάτω από τις οξιές. Εγώ θα τον σκουντήξω και θα του πω: Ξύπνα να δεις πώς μεγάλωσε ο Γιαννάκος μας. Εκείνος θ' ανοίξει τα μάτια του και θα σου χαμογελάσει. Και συ θα του βγάλεις το βόλι... Ύστερα θα σε πάρουμε χέρι, χέρι, ο πατέρας σου από το ένα χέρι, εγώ από το άλλο και θα πάμε στο σπίτι μας... Μόνο άντε τώρα, κλείσε τα μάτια σου και κοιμήσου!
- Καληνύχτα, Μάνα!
- Καληνύχτα, παιδί μου.
***
* Αυτό το συγκλονιστικό απόσπασμα προέρχεται από το διήγημα «Καληνύχτα μάνα» της Έλλης Αλεξίου, το οποίο αναφέρεται στην τραγωδία του εμφυλίου και στον πόνο των παιδιών που έχασαν τους πατέρες τους στα πεδία των μαχών, όπως στο Γράμμο.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ: ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ!!

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ
«...Νιώθω πολύ ευτυχισμένη στη ζωή μου. Και νιώθω ότι η ευτυχία μου είναι το Κόμμα μου. Η ιδέα πως είμαι ένα κομμάτι απ' αυτόν τον ωραίο κόσμο, μου δίνει μια δύναμη που δεν μπορώ να την περιγράψω. Αγαπώ τη ζωή γιατί είμαι στο Κόμμα. Είναι σαν να ζω μέσα σ' έναν παράδεισο».
Πετυχημένη εκδήλωση της Κομματικής Οργάνωσης Ηρακλείου του ΚΚΕ για την μεγάλη κομμουνίστρια παιδαγωγό και πεζογράφο Ελλη Αλεξίου
Η Ελλη Αλεξίου με τον Γιάννη Ρίτσο σε εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ το 1984. Αριστερά διακρίνονται οι Χαρίλαος Φλωράκης, Μάνος Κατράκης κ.ά.
Η Ελλη Αλεξίου με τον Γιάννη Ρίτσο σε εκδήλωση της ΚΕ του ΚΚΕ το 1984. Αριστερά διακρίνονται οι Χαρίλαος Φλωράκης, Μάνος Κατράκης κ.ά.

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης η πολιτιστική - πολιτική εκδήλωση τιμής για την μεγάλη κομμουνίστρια παιδαγωγό και πεζογράφο Ελλη Αλεξίου, τη «δασκάλα του λαού», στο πλαίσιο των 100 εκδηλώσεων σε όλη την Ελλάδα μπροστά στην κορύφωση του μεγάλου εορτασμού για τον έναν αιώνα αγώνων και θυσιών που φεύγει, για τον νέο που ξεκινάει. Εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ τους εργαζόμενοι, εκπαιδευτικοί, φοιτητές, μαθητές, κάτοικοι της περιοχής, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του ΚΚΕ, συμμετείχαν στην εκδήλωση την οποία διοργάνωσε η ΤΕ Ηρακλείου του Κόμματος.
Το αφιέρωμα είχε μουσικοθεατρική μορφή και ήταν διαρθρωμένο σε δύο αφηγηματικές ενότητες για τη ζωή και το έργο της Ελλης Αλεξίου, την ιδιότητά της ως παιδαγωγού και λογοτέχνη, τη σπουδαία διαδρομή της στην εκπαίδευση, την πλούσια παιδαγωγική της πείρα, το αγωνιστικό παράδειγμα ζωής της, που θα αποτελεί πάντα πρότυπο για την προοδευτική διανόηση. Οι απαγγελίες αποσπασμάτων από τα έργα της Ελλης Αλεξίου, που ενσωματώνονταν στις αφηγήσεις, έδωσαν τη δυνατότητα να ακουστεί αυτούσιος ο λόγος της Ελλης, καθώς πολύ συχνά η ίδια μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο δήλωνε τις ιδέες της και τα βιώματά της.
Η Ελλη Αλεξίου στα εγκαίνια του βιβλιοπωλείου της «Σύγχρονης Εποχής» (Γενάρης 1985)
Η Ελλη Αλεξίου στα εγκαίνια του βιβλιοπωλείου της «Σύγχρονης Εποχής» (Γενάρης 1985)
Επιπλέον, η εκδήλωση περιλάμβανε παρουσίαση αρχειακού υλικού, φωτογραφιών και ντοκουμέντων, καθώς και των πρωτότυπων αναγνωστικών που έγραψε η ίδια για τις ανάγκες της εκπαίδευσης των Ελλήνων προσφυγόπουλων στις Λαϊκές Δημοκρατίες.
Ο τόπος και η οικογένεια
Η Ελλη Αλεξίου γεννιέται στο ακόμα τουρκοκρατούμενο Ηράκλειο, στο «Ηρακλειάκι» για την ίδια, όπως της άρεσε τρυφερά να το αποκαλεί, στις 22 Μάη του 1894. Πατέρας ήταν ο Στυλιανός Αλεξίου, λόγιος και εκδότης, και μητέρα της η Ειρήνη Ζαχαριάδη. Ηταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Τη χώριζαν 13 χρόνια από την πρωτότοκη Γαλάτεια, την πρώτη κομμουνίστρια πεζογράφο και ποιήτρια, έντεκα από τον Ραδάμανθυ και τέσσερα από τον επίσης λόγιο και ποιητή, Λευτέρη.
Το 1911, για να συνεχίσει τις σπουδές της, έρχεται στην Αθήνα, όπου η Γαλάτεια, έχοντας κάνει από πολύ νωρίτερα αισθητή την παρουσία της στα ελληνικά γράμματα, μυεί την Ελλη στον ανδροκρατούμενο χώρο της περίφημης Δεξαμενής στο Κολωνάκι, ένα φτωχικό προάστιο τότε της Αθήνας.
Στην πλατεία αυτή, που ήταν ο αγαπημένος χώρος της ελληνικής διανόησης, η Αλεξίου γνωρίζεται με τους Καρκαβίτσα, Βάρναλη, Θεοτόκη, Κονδυλάκη, Αυγέρη, Βλαχογιάννη, Τραυλαντώνη, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Λιλίκα Νάκου και πολλούς άλλους. Οπως η ίδια έλεγε, για τη λογοτεχνική συντροφιά της «Δεξαμενής», «ήταν ένα μικρό δείγμα της συμμαχίας που άρχισε από τότε με τους αδύνατους και αδικημένους». Εκεί θα γνωρίσει και τον λογοτέχνη, μεταφραστή Βάσο Δασκαλάκη, τον οποίο θα παντρευτεί το 1920 στο Παρίσι.
Ομάδα λογοτεχνών του ΕΑΜ: Χατζίνης, Παπαδάκη, Σκίπης, Αλεξίου, Βαλέτας, Λαμπρινός (Σεπτέμβρης 1943)
Ομάδα λογοτεχνών του ΕΑΜ: Χατζίνης, Παπαδάκη, Σκίπης, Αλεξίου, Βαλέτας, Λαμπρινός (Σεπτέμβρης 1943)
Το 1913, μετά από απόφαση της Κρητικής Πολιτείας, εξετάζεται από την Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία και αναγνωρίζεται ως διπλωματούχος. Την επόμενη χρονιά διορίζεται για πρώτη φορά δασκάλα. Τότε είναι που τα βιώματά της έγιναν η επιτακτική αφορμή για να ασχοληθεί, από την επόμενη δεκαετία, με τη λογοτεχνία. Το 1923 δημοσιεύει το πρώτο της διήγημα με τίτλο «Ο Φραντζέσκος» στο περιοδικό «Φιλική Εταιρεία».
Η ένταξή της στις γραμμές του ΚΚΕ
Η Ελλη Αλεξίου θα συνταχθεί και επίσημα με την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και το Κόμμα της, το ΚΚΕ, το 1928. Παραδίδει το βιογραφικό της στον ήρωα μάρτυρα του Κόμματος και του λαϊκού μας κινήματος, Νίκο Πλουμπίδη.
Η ένταξή της στο ΚΚΕ υπήρξε αιτία πολλών ταλαιπωριών και διώξεων, οι πρώτες από τις οποίες ήταν οι δύο συλλήψεις της (1936, 1938) από την Ειδική Ασφάλεια.
Ως δασκάλα του λαού, η Ελλη Αλεξίου παίρνει ενεργά μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ Λογοτεχνών και αναλαμβάνει τα σχολικά συσσίτια έως το 1945.
Λιγότερο γνωστή είναι η συμμετοχή της Ελλης Αλεξίου στη δημιουργία του Υμνου του ΕΛΑΣ, αφού εκείνη ήταν που μετέφερε την εντολή της γραφής του, το Μάρτη του 1944, στην φίλη, συνάδελφο και συναγωνίστρια Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, παρουσία του συνθέτη του Υμνου, Νίκου Τσάκωνα. «Τον Μάρτιο του 1944, ένα απόγευμα, ήρθε στο σπίτι μου στην Καλλιθέα ένας άγνωστος, που μου έφερε η Βούλα Δαμιανάκου. Μου είπε ότι ερχόταν από το βουνό κι έφερνε εντολή σε μένα, που είχα την ευθύνη τριών ομάδων λογοτεχνών του ΕΑΜ, να γραφτεί απ' τους ποιητές τους ΕΑΜικούς ένας Υμνος για τον ΕΛΑΣ. Μου είπε όμως ότι ο Υμνος έπρεπε να είναι έτοιμος σε πέντε μέρες, που θα έφευγε πάλι για πίσω».
Οταν μετά από μία μέρα οι δυο γυναίκες συναντιούνται και κατευθύνονται προς το Σύνταγμα, η Σοφία απαγγέλλει ψιθυριστά στο αυτί της Αλεξίου τους στίχους του Υμνου ανάμεσα στους Γερμανούς που κυκλοφορούσαν στη λιακάδα.
 «Τον άκουα στην αρχή ήρεμα, αλλά, όταν φτάσαμε πια στην οδό Σταδίου, εγώ έκλαψα»...
Στο Βουκουρέστι: Ελλη Αλεξίου, Φούλα Χατζηδάκη, Θέμος Κορνάρος, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης
Στο Βουκουρέστι: Ελλη Αλεξίου, Φούλα Χατζηδάκη, Θέμος Κορνάρος, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης
Το 1945 βρίσκει την Αλεξίου να διδάσκει στο Γυμνάσιο Θηλέων Καλλιθέας. Τότε αποφασίζει να αποδεχτεί την υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή της στον αντιφασιστικό αγώνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί, της αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια και της απαγορεύεται η επιστροφή στην Ελλάδα.
Το διδακτικό και παιδαγωγικό έργο της Ελλης Αλεξίου στις Λαϊκές Δημοκρατίες
Η Ελλη Αλεξίου δούλεψε με τα προσφυγόπουλα κυρίως στη Ρουμανία, αλλά και στην Ουγγαρία. Οπως γράφει η ίδια, για να φιλοξενηθεί ένας τόσο μεγάλος αριθμός παιδιών έπρεπε να παρθούν γενναία μέτρα από την κυβέρνηση της Ρουμανίας και να δοθεί γενναία χρηματοδότηση, από μια χώρα που λίγα χρόνια πριν είχε βγει από τον πόλεμο και είχε και τις δικές της ανάγκες να καλύψει.
Η Ελλη Αλεξίου από το 1949 έως το 1962 ανήκε στη συντακτική επιτροπή των Αλφαβηταρίων της Α' - Ε' τάξης (μιλάμε για 8τάξιο Δημοτικό), δύο εκδόσεων της Γεωγραφίας της Ελλάδας, καθώς και ενός Βοηθήματος για τις Νηπιαγωγούς. Στο διάστημα αυτό, εκτός από τα βιβλία για τη διδασκαλία της Γλώσσας και της Λογοτεχνίας, η συγγραφέας αναφέρει 29 εκδόσεις αναγνωστικών.
Λόγω της τεράστιας εκπαιδευτικής και λογοτεχνικής προσφοράς της, καλείται και συμμετέχει σε τρία Διεθνή Συνέδρια Ειρήνης (1947 και 1950 - Παρίσι και Βαρσοβία αντίστοιχα). Ακόμα, λαμβάνει μέρος στο Συνέδριο των Διανοουμένων στην Πολωνία (1948), για το Παιδί στη Βιέννη (1952), για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία (Βερολίνο 1957). Το 1953 συμμετέχει στο Α' Παγκόσμιο Συνέδριο Δημοκρατικών Γυναικών στην Κοπεγχάγη και επισκέπτεται, ύστερα από πρόσκληση της κυβέρνησης, τη Σοβιετική Ενωση. Η επίσκεψη επαναλαμβάνεται το 1961, στις γιορτές για τον Ουκρανό ποιητή Ταράς Σεφτσένκο. Αυτά για την Ελλάδα των νικητών του Εμφυλίου μικρή σημασία είχαν. Τουναντίον, η κυβέρνηση Παπάγου την τιμωρεί. Το 1952 τη δικάζει ερήμην και εκδίδονται παραπεμπτικό βούλευμα και ένταλμα σύλληψής της.
Η επιστροφή στην Ελλάδα
Το 1962 χάνει το προτελευταίο μέλος της οικογένειάς της. Η Γαλάτεια σκοτώνεται και τότε μόνο παραχωρείται στην Ελλη Αλεξίου ολιγοήμερη άδεια να επιστρέψει στην Ελλάδα, για να παραστεί στην κηδεία. Η προσωρινή άδεια παρατείνεται και η Αλεξίου μένει μόνιμα πια στην Ελλάδα. Την ελληνική ιθαγένεια δεν την επανακτά, παρά το 1965. Ενα χρόνο μετά, το 1966, συλλαμβάνεται και οδηγείται στο ελληνικό Αουσβιτς, στο κολαστήριο των Γυναικείων Φυλακών Αβέρωφ.
Στη συνέχεια δικάζεται για «αντεθνική δράση και προπαγάνδα». Τελικώς απαλλάσσεται από την κατηγορία, ύστερα από την αντίδραση της κοινής γνώμης, αλλά και λόγω της εκπληκτικής απολογίας της με την οποία καταρρίπτει το γελοίο κατηγορητήριο.
Οι περιπέτειες και οι διωγμοί της δεν σταματούν εδώ. Η αμερικανόδουλη χούντα των συνταγματαρχών δεν την αφήνει σε ησυχία, την πιέζουν να κάνει δήλωση, πάνε στο σπίτι της και κάνουν έρευνες, παίρνουν χειρόγραφα, απαγορεύουν τα βιβλία της, της απαγορεύουν το 1973 να ανεβάσει στο θέατρο το «Μια ημέρα στο γυμνάσιο», που αναφέρεται στη σχολική ζωή των γυμνασίων κατά την περίοδο της δικτατορίας τού Μεταξά (1936 - 1941) και τελικά τη θέτουν σε κατ' οίκον περιορισμό.
Από την πρώτη γραμμή, ως διακεκριμένο μέλος του ΚΚΕ, θα συμμετάσχει ενεργά σε όλες τις πολιτικές και πνευματικές εκδηλώσεις του Κόμματος, το οποίο στις εκλογές του 1977 την τιμά θέτοντάς την πρώτη στη λίστα των υποψηφίων βουλευτών Επικρατείας. Μέχρι το θάνατό της, το 1988, με λαγαρό και αποκαλυπτικό λόγο θα παρεμβαίνει σε κάθε ζήτημα που ξυπνά μέσα της την αντίσταση.
Οι παιδαγωγικές της αντιλήψεις
Η Ελλη Αλεξίου ασπάζεται από πολύ νωρίς τις παιδαγωγικές αντιλήψεις του Δημήτρη Γληνού και τον θεωρεί δάσκαλό της. Υπερασπίζεται τη Δημοτική, κατά συνέπεια και τη μεταρρύθμιση του 1917, καθώς και την πεποίθηση του δασκάλου της, πως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν θα γίνει από τα πάνω, αλλά μέσα από το ίδιο το λαϊκό κίνημα και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Οταν έκλεισαν τα γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1936, με τη δικτατορία του Μεταξά, οργανώνει παράνομα μαθήματα γενικής και ειδικής παιδείας στο σπίτι της με δάσκαλο τον Γληνό.
Αντιμετωπίζει τα προβλήματα της εκπαίδευσης ως κοινωνικά προβλήματα. Στο έργο της «Γ' Χριστιανικό Παρθεναγωγείο» αναπαριστά το σχολείο ως ρεαλιστικό πεδίο ταξικών διαφορών. 
Η αντίληψή της για την Παιδαγωγική επιστήμη αποκρυσταλλώνεται και στο βιβλίο της «Εισαγωγή στην Ιστορία της Παιδαγωγικής». Ο διαλεκτικός ιστορικός υλισμός ως εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας και των κοινωνικών φαινομένων διαπερνά αυτήν τη μελέτη της.
Δεν ξεχνάει τον παιδαγωγικό της ρόλο και αποτυπώνει τις παιδαγωγικές της αρχές και στα βιβλία που γράφει για παιδιά όπως είναι: «Ο Χοντρούλης και η Πηδηχτή», «Ρωτώ και μαθαίνω», «Τραγουδώ και χορεύω», «Ηθελε να τη λένε κυρία».
Το τι σημαίνει δάσκαλος που έχει κάνει την επιλογή του δίπλα στο λαό, το απέδειξε η Ελλη και στην Κατοχή ως μαχόμενη εκπαιδευτικός της Αντίστασης. Συνεχίζει να είναι η δασκάλα του λαού, να καθοδηγεί, να διαφωτίζει και να παραδειγματίζει τους μαθητές να αγωνιστούν. Γράφει Καραγκιόζη και κωμωδίες που τα παρουσίαζε στα παιδιά στα συσσίτια στο υπόγειο της Πολυκλινικής Αθηνών, για να τα διασκεδάζει. Αυτό το έργο της δεν το φανέρωσε ποτέ. Το μοναδικό που έχει γραμμένο είναι το «Ο Καραγκιόζης πάει στο βουνό».
Στη «Βασιλική δρυ» η Ελλη Αλεξίου αναφέρεται στους αγώνες των δασκάλων από τον Μεσοπόλεμο, στη γνωριμία της με τον Δ. Γληνό και τις ιδέες του, στη γενιά των δασκάλων που αγωνίστηκε ενάντια στη φασιστική κατοχή, στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου. Για όλα τα παραπάνω μιλάει με το γνωστό λυρισμό ανθρωπιάς, που, άλλωστε, χαρακτηρίζει και το σύνολο των έργων της, στα οποία συνδυάζει αυτοβιογραφικά και κοινωνικού προβληματισμού στοιχεία, υποβάλλοντας την ανάγκη ανατροπής του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος που γεννά τα κοινωνικά αδιέξοδα.
Η συντρόφισσα Ελλη ανήκει σ' αυτό το κατακόκκινο μέλλον για το οποίο δούλεψε
Συνολικά, το παιδαγωγικό έργο της Ελλης Αλεξίου, όπως και το συγγραφικό, ανταποκρινόταν στην ιδεολογία της, στο πώς η ίδια βλέπει τον ρόλο του προοδευτικού καλλιτέχνη και δασκάλου.
Η Ελλη, που εμπνευσμένη από το μεγάλο κατόρθωμα της καινούριας χώρας των εργατών και των αγροτών, της ΕΣΣΔ, γράφει ότι «Και η Παιδεία με επανάσταση βρήκε το δρόμο της. Μια επανάσταση, όπως η Οχτωβριανή, που ανατρέπει από τα θεμέλια παμπάλαιους θεσμούς και μπάζει την κοινωνία σε ολότελα καινούριους δρόμους, άβατους και πρωτοπάτητους, φυσικό ήταν να δώσει και στην Παιδεία νέους προσανατολισμούς, νέους προγραμματισμούς», δείχνει και σήμερα τον δρόμο για τη ριζική αναγέννηση της Παιδείας. Αναγέννηση που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσα και μαζί με τη σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της κοινωνίας.
Ο ταξικός χαρακτήρας της Εκπαίδευσης, το «νέο σχολείο» του ανταγωνισμού και της ημιμάθειας, προσαρμοσμένο στις επιταγές του κεφαλαίου, είναι το ίδιο αστικό σχολείο που η συντρόφισσα Ελλη κατήγγειλε μέσα από το έργο της και τη δράση της, προβάλλοντας «αδιαλείπτως το αίτημα για μια ανθρώπινη ζωή, καταγγέλλοντας και φέρνοντας στο φως περιπτώσεις κοινωνικής αδικίας». 
«Τα παιδιά», που η Αλεξίου ένιωθε «σα να την τραβούσαν από το φόρεμα και απαιτούσαν να ζητήσει το δίκιο τους» και εκείνη «δεν μπορούσε να επικαλεστεί το ανεύθυνο της άγνοιας», είναι τα ίδια που ο σημερινός δάσκαλος πρέπει να υπερασπιστεί, όταν ο λαός αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, όταν στα σχολεία εμφανίζονται φαινόμενα υποσιτισμού, όταν στα σπίτια της λαϊκής οικογένειας δεν υπάρχει ρεύμα για να διαβάσουν τα παιδιά της, όταν δεν υπάρχει θέρμανση στα σχολεία και στα σπίτια. Είναι τα παιδιά των μεταναστών. Είναι τα κυνηγημένα παιδιά των πολέμων.
Αναντικατάστατη η διαχρονική προσφορά του ΚΚΕ στον αγώνα του λαού για το δικαίωμα στη μόρφωση
Η εκδήλωση δεν αποτέλεσε απλώς άλλη μια αναφορά σε μια κομμουνίστρια που αφιέρωσε τη ζωή της και το ταλέντο της στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, που ένιωθε τη ζωή της συνυφασμένη με τη στράτευσή της στο Κόμμα, αλλά, επιπλέον, ανέδειξε τη διαχρονική προσφορά του ΚΚΕ στον αγώνα του λαού για το δικαίωμα στη μόρφωση.
Αναδείχτηκε πως το νήμα της σκέψης της Ελλης Αλεξίου και των άλλων κομμουνιστών διανοουμένων ξεκινά από πολύ μακριά και φτάνει πολύ μακριά. 
Το ΚΚΕ, συνεχίζοντας πάντα κάτω από τις ίδιες σημαίες και πάντα κάτω από τον ίδιο σκοπό, μελετώντας συνεχώς τις εξελίξεις, διαμορφώνει σήμερα την πρότασή του για τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, των νέων, η οποία πατάει στις σύγχρονες δυνατότητες και ανάγκες, απαντά στα εργατικά - λαϊκά συμφέροντα.
Η λύση που προτείνει το ΚΚΕ, η νέα προοπτική, ο σοσιαλισμός, ενάντια σε ένα ξεπερασμένο σύστημα, τον καπιταλισμό, που στον 21ο αιώνα, παρά τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, καταδικάζει τους εργαζόμενους, τους λαούς να ζουν με τον εφιάλτη της ανεργίας, της φτώχειας, των πολέμων, είναι επίκαιρη και αναγκαία όσο ποτέ.

Ο συνάδελφός μου στο Γυμνάσιο περνάει τη θλίψη του κοντά στα ανελέητα παιδιά. Τα λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος για την άνθηση της νεότητος.
 Ομως είναι μια άνθηση σκληρή, που τρέφεται μόνο με το γέλιο και με τη χαρά. Τη γεύεται όπου τη βρίσκει, την τρυγά απ' όπου να 'ναι και μ' όποιον τρόπο να 'ναι. Καταπιέζομε μεις οι καθηγητές τη χαρά τους. 
Πνίγομε το γέλιο τους. Ενώ αυτά παλεύουν και αντιμάχονται. Και στο πάλεμα νικάει ο δυνατός. Στο Γυμνάσιό μας νικήθηκε αυτός ο συνάδελφος από τα παιδιά. 
Αρχισε να παίζει το ρόλο της «Ψυχαγωγίας». Ετσι λένε οι μαθηταί στο μάθημά του: «Τώρα έχομε ψυχαγωγία». Σ' όλα τα Γυμνάσια το ίδιο γίνεται. Ενας απ' όλους βρίσκεται πάντα που «αίρει τας αμαρτίας» των άλλων. Είτε επειδή είναι αλλήθωρος, είτε επειδή είναι τσεβδός... Είτε επειδή τον συνοδεύουν οι αναπηρίες των γηρατειών. Είτε επειδή δυστύχησε. Η δυστυχία δεν είναι φτιαγμένη για το επάγγελμα του δασκάλου. Το λέει ο ίδιος ο συνάδελφος:
«Αλλόκοτο είναι το επάγγελμά μας. Μου κάνει κακό και μόνο ν' ανοίγω το στόμα μου, κι είμαι υποχρεωμένος να μιλώ διαρκώς. Μου κάνει κόπο να βλέπω ανθρώπους, κι είμαι υποχρεωμένος να ζω ανάμεσα σε ανθρώπινα κεφάλια. Μόνο οι ευτυχισμένοι έπρεπε να γίνονται δάσκαλοι. Να ταξιδεύουν μαζί με τα παιδιά με απλωμένα τα πανιά στη φρενίτιδα της χαράς. Χθες με παρακαλούσαν να τα πάω εκδρομή. Ολες, μου λέγαν, οι τάξεις πηγαίνουν με τους ελληνιστές τους. Εσείς δε θα μας πάτε; Ας ζούσα μέσα σ' ένα ακατοίκητο δάσος. Ας είχα για επάγγελμά μου να σκάβω τη γη, ή να κάνω επιτέλους λογαριασμούς... Τα παιδιά θα με λένε σίγουρα χαζό... δεν ξέρω, μα έτσι θα 'πρεπε να με λένε...».
Πράγματι έτσι τον λένε και το αποδείχνουν με επιχειρήματα. «Γράφομε μπροστά στα μάτια του τα μαθηματικά μας, καρφί δεν του καίγεται...».
«Τρώμε μπροστά του, κοιμούμαστε, να, έτσι, απλωτοί στο θρανίο, δε μας μιλά, μας κοιτάζει σα χαζός...».
«Ενώ έχομε ιστορία, αρχίζει να μας κάνει λατινικά. Και άλλοτε αφήνει τα λατινικά στη μέση, και πιάνει την ιστορία, και το λέει κι ο ίδιος: "Συγνώμη παιδιά, το μυαλό μου πήρε άλλο δρόμο..."».
«Λέει ό,τι του κατεβεί. Προχθές γράφαμε έκθεση. Κείνος καθότανε στην έδρα. Και κει άρχισε να μονολογά: "Μπορείς να κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; είκοσι; όπως στα παλιά χρόνια οι πατριαρχικές οικογένειες;"».
«Συχνά αφήνει όρθιο μπροστά στον πίνακα το μαθητή που εξετάζει, κι αυτός βγάζει το σημειωματάριό του και γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει... ωσότου χτυπάει το κουδούνι και βγαίνει από την τάξη, χωρίς να πει κουβέντα για το μαθητή, και δίχως να μας βάλει μάθημα παρακάτω...».
Είναι αλήθεια πως το σημειωματάριό του είναι γεμάτο ποιήματα. Απλοϊκά είναι. «Δεν ξέρω από ποίηση», λέει ο ίδιος, «μα, να, έτσι ξεσπάω... ολόκληρη νύχτα πώς να περάσει...». Κι όλα μιλούνε για ένα παιδί που το λένε Τάκη. Διηγούνται τις χάρες του. Τις όμορφιές του. `Η περιγράφουν το σπίτι που απόμεινε σκοτεινό. `Η μιλούν για τα μισοτελειωμένα του τετράδια και το ανοιχτό βιβλίο...
Πού πήγες και μας άφησες στο ρημαγμένο σπίτι;
Η μάνα σου σ' αποζητά σ' αναζητά ο πατέρας,
Σε περιμένουν τα χαρτιά και τ' ανοιχτό βιβλίο,
Τάκη μας, πες πού βρίσκεσαι για να 'ρθουμε κοντά σου,
Δε θέμε να πιστέψουμε πως έφυγες για πάντα
Και θα σε περιμένουμε, να 'ρθείτε με τον Πέτρο,
Ενας τον άλλον πιάσετε σφιχτά χέρι με χέρι,
Θέτε να 'ρθείτε Κυριακή: Καθημερινή; για σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Οποτε βουληθείτε...
Τις πόρτες θα 'βρετ' ανοιχτές και τους γονιούς στο πόδι
Κρεβάτι δε γευτήκαμε κι ύπνος δε μας επήρε
Από την ώρα, Τάκη μου, που σβήστηκ' η λαλιά σου...
«Τάκη λέγανε το παιδί σας που εκτέλεσαν οι Γερμανοί;».
«Οχι, κείνο το λέγανε Πέτρο... Κείνος ήταν ο μεγάλος μου γιος. Ητανε δεκαεννιά χρονώ... Ο Τάκης είναι το μικρό. Εμείς, εγώ κι η μάνα του, τον Πέτρο δεν τον κλάψαμε. Δεν τον είδαμε σκοτωμένο. Τ' όνομά του δε γράφτηκε πουθενά. Ούτε οι εφημερίδες ανάφεραν τίποτε. Ούτε κι οι Γερμανοί που πήγαμε και ξαναπήγαμε να μάθουμε οριστικά πράγματα θελήσανε να μας πληροφορήσουν. 
Κείνο που ξέρομε σίγουρα είναι πως τον πήραν από το Χαϊδάρι, μαζί με άλλους, στις οχτώ του Μάη του 1944, και πως ο Πέτρος φεύγοντας είπε σε κάποιον συγκρατούμενο: "Πάμε μεις". 
Μα για πού τους πήγαιναν δεν του είπε. Ούτε κι άφησε σημείωμα, όπως κάνανε πολλοί. Και λέμε με τη μάνα του, πως τους πήραν εργάτες στη Γερμανία... και πως ζει... και πως μια μέρα ο Πέτρος μου θα γυρίσει... Ετσι το λέμε με τη μάνα του...».
Σταματά λίγο ο συνάδελφος, παίρνει μαντίλι και φτιάχνει, σκουπίζει την αλλοιωμένη του όψη και συνεχίζει:
«Εμείς κλαίμε μόνο τον Τάκη. Είχε τόσο τρυφερή καρδιά. Ολόκληρο χρόνο με την πείνα, μέσα στη σκόνη, στη ζέστη... Υστερα άμα πιάσανε τα κρύα, με τις βροχές, με τα χιόνια, πηγαινοερχότανε με τα πόδια στο Χαϊδάρι για τον Πέτρο. Οικονομούσε δυο τσιγάρα; του τα πήγαινε. Ενα πορτοκάλι; κινούσε δυο ώρες δρόμο με τα πόδια για να του το πάει. Ενα γραμματάκι ή τα ρουχαλάκια του. Του 'λεγε καμιά φορά η μάνα του: "Κάτσε σήμερα κι αύριο πάλι πας...".
»"Οχι, γιατί θα μείνει παραπονεμένος..."
»Την ημέρα που γύρισε με τον μπόγο τα ρούχα - όπως του τα 'χε δώσει η μάνα του τα 'φερε πίσω - "Δεν τα δεχτήκανε", μας είπε, κι έτρεμε το κατωσάγονό του, "γιατί τον Πέτρο", λέει, "τον πήρανε χθες από το Χαϊδάρι...".
»Αυτά τα λόγια είπε μόνο. Μα τα 'λεγε τραυλιστά. Τα μάτια του όμως ήταν στεγνά αν και κατακόκκινα. Σ' όλο, λέει, το δρόμο, έτσι μας είπαν, έκλαιγε φωναχτά. Εκλαιγε κι ερχότανε. Μόνο σαν κοντοζύγωσε στο σπίτι, κοίταξε να μεταμορφιστεί. Για μας... Πιάσαμε ευτύς τους δρόμους κι οι τρεις και ρωτούσαμε να μάθουμε. Πήγαμε σε αστυνομίες, παντού, τίποτα. Νύχτωσε. Η κυκλοφορία ήταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στο σπίτι, χωρίς να ξέρουμε τίποτα για το παιδί... Ούτε πού τον πήγαν, ούτε τι τον κάνανε... Πρωί πρωί την άλλη μέρα σηκώθηκε ο Τάκης πρώτος.
»"Θα ξαναπάω στο Χαϊδάρι", μου λέει ο Τάκης μου, "να μάθω...". Γιατί δεν τον εμπόδισα; Γιατί τον άφησα;
»"Τι πια θα μάθεις από κει;".
»Εγώ θα πάω, κι ας έχει φύγει... Θυμάσαι, πατέρα, που λέγαμε πότε να τόνε βγάλουν... και λυπόσουν για μένα, για τον κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, να τον ξέραμε τώρα κλεισμένο κει μέσα, και σ' όλη μου τη ζωή να πηγαινοέρχομαι με τα πόδια στο Χαϊδάρι...».
»Του φώναξε η μητέρα του να του δώσει ένα κομμάτι ψωμί που έφευγε νηστικό.
»"Δε θέλω, δε θέλω, δεν πεινώ...".
»Αυτά ακούσαμε τελευταία από το στόμα του. Μάθαμε πως πήγε πραγματικά στο Χαϊδάρι, και πως κλαίοντας ρωτούσε να μάθει για τον Πέτρο. Τι έμαθε; Τι του είπαν; Δεν το ξέρομε...».
Κείνο το απόγευμα, που ο Τάκης, γυρνώντας απ' το Χαϊδάρι, χτυπήθηκε από γερμανικό αυτοκίνητο και μεταφέρθηκε νεκρός πια στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, τα Γυμνάσια λειτουργούσαν. Οι καθηγητές ένας ένας βγαίνανε στο διάλειμμα. 
Οι άντρες, όπως πάντα, βιάζονταν να καπνίσουν, κι οι γυναίκες ανάπνεαν βαθιά και σιωπούσαν, καταπονημένες από το μόχθο της διδασκαλίας. 
Κι εκεί ήρθε το μήνυμα για το συνάδελφό μας: «Το παιδί του βρίσκεται χτυπημένο στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, οδός Γ΄ Σεπτεμβρίου... και να πάει» - σε μας είπαν με τρόπο πως το παιδί είναι κιόλας νεκρό - «μα πρώτα να περάσει από το σπίτι του, να πάρει και τη γυναίκα του...».
Ο συνάδελφος δεν είχε βγει ακόμα από την τάξη. Περιμέναμε βουβοί, κρατώντας την αναπνοή μας, κείνο το άνοιγμα της πόρτας του. Βγήκε. 
Κανείς δεν του μίλησε. Μόνο τον κοιτάζαμε. Αναψε τσιγάρο κι άρχισε να περπατά πάνω-κάτω βυθισμένος. Περιμέναμε. Αφήσαμε να τελειώσει το τσιγάρο του. Εξαντλήσαμε όλο το διάλειμμα. 
Μα άμα χτύπησε το κουδούνι, για είσοδο, δε σήκωνε πια αναβολή. Μια τρυφερή καθηγήτρια πήρε το κουράγιο, στάθηκε κοντά του, τον αγκάλιασε στοργικά και: «...Σας θένε στο σπίτι σας... είναι μεγάλη ανάγκη, να πάτε το γρηγορότερο στο σπίτι σας...». Δεν του ανάφερε καθόλου για το παιδί και για Πρώτων Βοηθειών...
«Πέστε μου», είπε φεύγοντας, βλέποντας τη βουβαμάρα, την ταραχή μας, «μήπως ήρθε είδηση πως εκτελέστηκε ο Πέτρος;».
Δεν αποκλείεται, του λέμε, καθώς μιλάει για τον Τάκη, να τον έχουν πράγματι τον Πέτρο στείλει στη Γερμανία... Κείνον τον καιρό είχαν κάμει πολλές αποστολές εργατών...
«Οχι, όχι το παιδί είναι εκτελεσμένο... Μα η καρδιά η δική μας... δεν αντέχει να κλαίει δυο παιδιά... Κλαίμε με πόνο τον Τάκη μας... είχε τόσο τρυφερή καρδιά... σάστισε το παιδί... ζαλίστηκε κι έπεσε πάνω στ' αυτοκίνητο... μόνο τον Τάκη κλαίμε... και λέμε με τη μάνα του πως ο Πέτρος ζει και πως μια μέρα θα γυρίσει...».