Κάπως έτσι ξεκινάω το άρθρο μου -τον αποχαιρετισμό μου- για τον Νίκος, που θα δημοσιευτεί στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη, με τίτλο:●Φώναξε πιο δυνατά απ' όλους: "Την αλήθεια, ρε! Την αλήθεια!"●.
Στο άκουσμα του θανάτου του, ένιωσα έναν θυμό, σχεδόν παιδικό, παράλογο, "όχι, αυτός δεν έπρεπε να φύγει".
Ναι, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, πάνω απ' όλα όμως, ήταν φίλος καρδιάς. Τον εκτίμησα και τον θαύμασα, γι’ αυτά που έκανε μπροστά στην κάμερα, αλλά τον αγάπησα γι’ αυτά που έκανε, όταν οι κάμερες έκλειναν.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, του αφιέρωνα εκπομπές μου σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Και κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο πράγμα, ξεκινούσαμε να μιλάμε για θέατρο ή κινηματογράφο και καταλήγαμε να μιλάμε για τη ζωή, την πολιτική, τους ανθρώπους, τα στραβά του κόσμου, για φίλους που χάθηκαν, για εκείνους που ξεπουλήθηκαν και για τους άλλους που άντεξαν.
Και βέβαια γελούσαμε πολύ. Γιατί ο Νίκος είχε σπάνιο χιούμορ. Δεν ήταν η ετοιμολογία του επαγγελματία κωμικού. Ήταν ο τρόπος να κοιτάζει τον κόσμο λοξά. Να βρίσκει το γελοίο μέσα στο πομπώδες, το παράλογο μέσα στο «φυσιολογικό», να ξεφουσκώνει με μια κουβέντα, όποιον έπαιρνε υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του. Και πρώτον απ’ όλους, ξεφούσκωνε τον ίδιο.
Ήταν πολλά. Όχι «μόνο» ηθοποιός. Έγραφε θέατρο και ποίηση, έγραφε τραγούδια, σενάρια, σκηνοθετούσε, έπαιζε μουσική, έφτιαξε τους «Ιππείς της Πύλου» και αργότερα δημιούργησε στην Κυπαρισσία το Τρενοτεχνείο, στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, έναν χώρο πολιτισμού, ως στέκι, καταφύγιο, τόπο συνάντησης.
Όλες του οι ιδιότητες σωστές και ταυτόχρονα ανεπαρκείς. Δεν χώρεσε ποτέ στις ταμπέλες. Υπήρξε πιο σημαντικός απ αυτές. Κι ίσως γι' αυτό υπήρξε τόσο καλός ηθοποιός. Γιατί πριν μάθει να παίζει ανθρώπους, τους είχε μάθει. Είχε δουλέψει οικοδομή, σε δύσκολες δουλειές, είχε γνωρίσει τη βιοπάλη. Κάποτε, μιλώντας για τα χρόνια της οικοδομής, είπε:
«Εγώ εκεί σπούδασα το θέατρο. Ανωτάτη Οικοδομική».
Μέσα στο αστείο υπήρχε όλη η φιλοσοφία του, γιατί πίστευε ότι η γνώση της ζωής δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις σχολές.
Αυτός ήταν ο Καλόγερας. Δεν έπαιζε τον λαϊκό άνθρωπο. Τον γνώριζε.
Γι’ αυτό και οι ήρωές του δεν μύριζαν ποτέ «ρόλο». Κι όμως τίποτε δεν ήταν τυχαίο. Ήταν φοβερά σχολαστικός. Έλεγε:
«Ποτέ δεν έχω την ίδια περπατησιά σε κάθε ρόλο, ποτέ».
Κάθε χαρακτήρας, εξηγούσε, είχε το δικό του καλούπι, τη δική του ματιά, τον δικό του ήχο.
Δεν αντιμετώπισε ποτέ τον «λαϊκό άνθρωπο» σαν καρικατούρα.
Τον ήξερε. Είχε δουλέψει μαζί του. Είχε πεινάσει μαζί του. Είχε βρεθεί στις οικοδομές, στα λεωφορεία, στα υπόγεια, στα συνεργεία της ζωής. Γι’ αυτό ο φαντάρος στη «Λούφα και Παραλλαγή», ο Μπάμπης στο «Ρεμπέτικο», ο Σωκράτης στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» δεν ήταν «ρόλοι λαϊκών ανθρώπων». Ήταν άνθρωποι.
...... η συνέχεια σε λίγες μέρες στην εφημερίδα.
Στο άκουσμα του θανάτου του, ένιωσα έναν θυμό, σχεδόν παιδικό, παράλογο, "όχι, αυτός δεν έπρεπε να φύγει".
Ναι, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, πάνω απ' όλα όμως, ήταν φίλος καρδιάς. Τον εκτίμησα και τον θαύμασα, γι’ αυτά που έκανε μπροστά στην κάμερα, αλλά τον αγάπησα γι’ αυτά που έκανε, όταν οι κάμερες έκλειναν.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '80, του αφιέρωνα εκπομπές μου σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Και κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο πράγμα, ξεκινούσαμε να μιλάμε για θέατρο ή κινηματογράφο και καταλήγαμε να μιλάμε για τη ζωή, την πολιτική, τους ανθρώπους, τα στραβά του κόσμου, για φίλους που χάθηκαν, για εκείνους που ξεπουλήθηκαν και για τους άλλους που άντεξαν.
Και βέβαια γελούσαμε πολύ. Γιατί ο Νίκος είχε σπάνιο χιούμορ. Δεν ήταν η ετοιμολογία του επαγγελματία κωμικού. Ήταν ο τρόπος να κοιτάζει τον κόσμο λοξά. Να βρίσκει το γελοίο μέσα στο πομπώδες, το παράλογο μέσα στο «φυσιολογικό», να ξεφουσκώνει με μια κουβέντα, όποιον έπαιρνε υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του. Και πρώτον απ’ όλους, ξεφούσκωνε τον ίδιο.
Ήταν πολλά. Όχι «μόνο» ηθοποιός. Έγραφε θέατρο και ποίηση, έγραφε τραγούδια, σενάρια, σκηνοθετούσε, έπαιζε μουσική, έφτιαξε τους «Ιππείς της Πύλου» και αργότερα δημιούργησε στην Κυπαρισσία το Τρενοτεχνείο, στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, έναν χώρο πολιτισμού, ως στέκι, καταφύγιο, τόπο συνάντησης.
Όλες του οι ιδιότητες σωστές και ταυτόχρονα ανεπαρκείς. Δεν χώρεσε ποτέ στις ταμπέλες. Υπήρξε πιο σημαντικός απ αυτές. Κι ίσως γι' αυτό υπήρξε τόσο καλός ηθοποιός. Γιατί πριν μάθει να παίζει ανθρώπους, τους είχε μάθει. Είχε δουλέψει οικοδομή, σε δύσκολες δουλειές, είχε γνωρίσει τη βιοπάλη. Κάποτε, μιλώντας για τα χρόνια της οικοδομής, είπε:
«Εγώ εκεί σπούδασα το θέατρο. Ανωτάτη Οικοδομική».
Μέσα στο αστείο υπήρχε όλη η φιλοσοφία του, γιατί πίστευε ότι η γνώση της ζωής δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις σχολές.
Αυτός ήταν ο Καλόγερας. Δεν έπαιζε τον λαϊκό άνθρωπο. Τον γνώριζε.
Γι’ αυτό και οι ήρωές του δεν μύριζαν ποτέ «ρόλο». Κι όμως τίποτε δεν ήταν τυχαίο. Ήταν φοβερά σχολαστικός. Έλεγε:
«Ποτέ δεν έχω την ίδια περπατησιά σε κάθε ρόλο, ποτέ».
Κάθε χαρακτήρας, εξηγούσε, είχε το δικό του καλούπι, τη δική του ματιά, τον δικό του ήχο.
Δεν αντιμετώπισε ποτέ τον «λαϊκό άνθρωπο» σαν καρικατούρα.
Τον ήξερε. Είχε δουλέψει μαζί του. Είχε πεινάσει μαζί του. Είχε βρεθεί στις οικοδομές, στα λεωφορεία, στα υπόγεια, στα συνεργεία της ζωής. Γι’ αυτό ο φαντάρος στη «Λούφα και Παραλλαγή», ο Μπάμπης στο «Ρεμπέτικο», ο Σωκράτης στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» δεν ήταν «ρόλοι λαϊκών ανθρώπων». Ήταν άνθρωποι.
...... η συνέχεια σε λίγες μέρες στην εφημερίδα.
