ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Η ΑΦΑΝΤΗ ΠΟΡΤΑ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Η ΑΦΑΝΤΗ ΠΟΡΤΑ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Η ΑΦΑΝΤΗ ΠΟΡΤΑ»

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Η ΑΦΑΝΤΗ ΠΟΡΤΑ»

[το διήγημα δεν περιλαμβάνεται στα Άπαντα του συγγραφέα. Δημοσιεύτηκε δε εννιά χρόνια μετά το θάνατό του στο περιοδικό «ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1960». Το είχε δώσει ο ΜΑΡΙΝΟΣ ΣΙΓΟΥΡΟΣ, πιθανόν από το αρχείο του].
.
«- Μάντσια που θ’ αφήση μεμόρια! φώναξε κατενθουσιασμένος ο Κέκος ο Λαγάτορας (και στη γλώσσα του μάντσια έλεγε τη φάρσα).
– Μωρέ μπράβο, Μίμη! φώναξε με τον ίδιο ενθουσιασμό κι ο Μπάμπης ο Μπαρζός, καλά τη σοφίστηκες!
Ο Μίμης ο Δαργόνας καμάρωνε.
– Μα για συλλογισθήτε, είπε. Να γυρίση τη νύχτα στο σπίτι του και να μην εύρη πόρτα για να μπη! Αφαντη η πόρτα του σπιτιού του! Νάξερα πώς θα του φανή και τι θα κάμη στο μεθύσι του;
Αλήθεια, ήταν η καλύτερη φάρσα απ’ όσες είχε σοφιστή ως τότε η μουρλοπαρέα εκείνη – οι τρεις Ζακυνθινοί φίλοι, τα ζιζάνια, οι “ξεκληρίες”, που δεν ζούσαν παρά για να κάνουν φάρσες, μάντσιες, και προπάντων του Γερολυμάκη του Μπαλωμένου, που ήταν το συχνότερο θύμα τους.
Να το σπίτι του, εκεί – αντίκρυ στο μαγαζί του Κόπιτου – ένα οπλοπωλείο που η μουρλοπαρέα το είχε κάνει λημέρι της, γιατί κι ο Κόπιτος ψοφούσε για τέτοια.
– Ήταν ένα σπίτι μικρό, ανάμεσα σε δυο μεγαλύτερα, με δυο μόνο παράθυρα στη φάτσα, και με μια πόρτα στενή και χαμηλή. Τι εύκολα που θα χτιζόταν! Θάφταναν λίγα τούβλα και λίγος πηλός. Κι ο δρόμος όχι τόσο περαστικός, κι η γειτονιά ήσυχη, νοικοκυρίστικη, που το βράδυ μαζευόταν από τις δέκα. Μόνο ο Γερολυμάκης ο Μπαλωμένος ήταν ξενύχτης. Κουτσόπινε και φλυαρούσε σε μια ταβέρνα του Άμμου ως τα μεσάνυχτα, ως τη μία. Κι ήταν νύχτα βαθειά για τη γειτονιά του, όταν, λιγώτερο ή περισσότερο μεθυσμένος, ξεκινούσε για το σπίτι του. Άνοιγε με κλειδί, χωρίς να ξυπνήση την κυρά – Κεβή, την αδερφή του. (Ηταν χήρα, κι άλλον απ’ αυτήν δεν είχε στο σπίτι ο Γερολυμάκης, το γεροντοπαλλήκαρο). Κι έπεφτε να κοιμηθή, καμμιά φορά μισογδυμένος.
Ολ’ αυτά η μουρλοπαρέα τα ήξερε. Και πήρε τα μέτρα της καλά για να πετύχη η μάντσια που θάφινε μεμόρια. Εκεί κοντά χτιζόταν ένα σπίτι. Είπαν το σχέδιό τους στον εργολάβο, που γέλασε πολύ, και τον παρακάλεσαν να τους δανείση, με το αζημίωτο, τα τούβλα, τον πηλό και τον ασβέστη που χρειάζουνταν, καθώς κι ένα χτίστη. Συμφωνήθηκαν και προετοιμάσθηκαν τα πάντα. Και το φθινοπωριάτικο εκείνο βράδυ – έκανε και λίγο κρύο, που θ’ ανάγκαζε τη γειτονιά να μαζευτή νωρίτερα – οι τρεις φίλοι, κρυμμένοι στο μαγαζί του Κόπιτου, παραμόνευαν από τη μισόκλειστη παρεθύρα.
Και να, κατά τις εννιά, ο κυρ-Γερολυμάκης, αφού δείπνησε με την αδερφή του, – μπρόκολα και μαρίδες – ξεκίνησε για την ταβέρνα.
– Να μην αργήσης! του φώναξε από το κεφαλόσκαλο η κυρά – Κεβή.
– Έγνοια σου, της αποκρίθηκε ανοίγοντας την πόρτα ο κυρ-Γερολυμάκης. Απόψε θα γυρίσω νωρίς.
Ο σύντομος αυτός διάλογος ακουγόταν κάθε βράδυ, αλλά κάθε βράδυ ο κυρ-Γερολυμάκης εγύριζε αργά. Ηταν ένας ανθρωπάκος με κωμικό μούτρο – μεγάλη κόκκινη μύτη, γκρίζα μπαρμπετόνια, μικρά γυαλιστερά μάτια και μια μαύρη κρεατοελιά στο μάγουλο – και φορούσε μπλε πλατύ παντελόνι, μαύρη γιακετόνα και, ριχμένον απλώς στους ώμους του, ένα γκρίζο γαμπά (μανδύα) μακρύ ως τα πόδια του. Τα πυκνά και μαύρα ακόμα μαλλιά του τα μισοσκέπαζε ένα μαύρο βελουδένιο σκανταλέτο (σκωτσέζικος σκούφος συνηθισμένος εκείνο τον καιρό στη Ζάκυνθο) και κρατούσε, κρεμασμένη στο μπράτσο του, μια μαγκουρίτσα από ξύλο ελιάς. Όταν πήγαινε στην ταβέρνα, περπατούσε γοργά σαν να τον κυνηγούσαν, απεναντίας όταν γύριζε, μόλις έσερνε τα πόδια του…
– Ε, και νάξερες τι σε περιμένει απόψε! είπαν καθώς τον είδαν οι μαντσιαδόροι.
Και μόλις εκείνος έστριψε το καντούνι για να βγη στον Αμμο, πετάχτηκαν. Μαζί τους κι ο Κόπιτος.
Πήγαν στο γιαπί να βρουν το χτίστη που τους περίμενε. Άρχισαν αμέσως να κουβαλούν τα υλικά απέξω απ’ το σπίτι του Γερολυμάκη. Οι λιγοστοί διαβάτες δεν παραξενεύονταν βέβαια, ούτε ρωτούσαν. Ωστόσο εκείνοι περίμεναν ακόμα να γίνη ησυχία. Και τότε έβαλαν χέρι στην κλειστή πόρτα.
Το κατώφλι της, που δεν εξείχε καθόλου στο δρόμο, είχε ακριβώς το πλάτος ενός τούβλου. Και το μάκρος του ήταν ακριβώς πέντε τούβλα στη γραμμή. Ούτε τόσο – δα δεν έμεινε άδειο. Άρχισαν να τοποθετούν τα τούβλα και ν’ απλώνουν πάνω τους τον πηλό με το μυστρί, όσο πιο γρήγορα κι αθόρυβα μπορούσαν. Σ’ ένα τραπέζι, που το έβγαλαν από το μαγαζί, ανέβηκε ο χτίστης για να τοποθετήση και τα τελευταία τούβλα ως το ανώφλι. ΄Ολ’ η δυσκολία ήταν να στρωθή μπροστά ο πηλός για να γίνη ένα με τον τοίχο. Αλλά το μυστρί δούλεψε καλά. Έπειτα άρχισε να δουλεύη η βούρτσα. Στον ασβέστη έριξαν και χώμα, ακόμα και λιγάκι φούμο, για να γίνη μαυρειδερός όπως ήταν κι ο άλλος τοίχος της φάτσας, παλιός και λερωμένος. Κι η εργασία σε μια ώρα τελείωσε, χωρίς να πάρη είδησι κανένας από την κοιμισμένη γειτονιά. Μόνο κάποιος από γειτονιά άλλη, περνώντας, στάθηκε λίγο να ιδή τι έκαναν οι “χτίστες” τέτοια ώρα, και παραξενεύτηκε:
– Γιατί, γυιέ μου, χτίζετε την πόρτα; ρώτησε.
– Γιατί δεν είναι καλά εδώ, του αποκρίθηκε ο Μίμης, θ’ ανοίξουμε πάρα πέρα άλλη.
Το πίστεψε ο κουτός – Ζακυνθινός κι απομακρύνθηκε ικανοποιημένος. Γέλια που έκαμαν πίσω του οι μαντσιαδόροι!
– Προκαταβολή από κείνα που θα κάμουμε ύστερα, είπε ο Κέκος.
Κι έμπασαν το τραπέζι, ο χτίστης κουβάλησε στο γιαπί τα υλικά που περίσσεψαν και τα σύνεργα – πάστρα ο δρόμος – κι εκείνοι κρύφτηκαν πάλι στο μαγαζί, να παρακολουθήσουν πρώτα το στέγνωμα του φρέσκου τοίχου.
Δεν άργησε με το ξερό βορειαδάκι που φυσούσε.
– Περίφημα! φώναξε ο Μίμης. Καθόλου δεν ξεχωρίζει, αλήθεια. Μωρέ, κι άπιοτος να γύριζε ο Γερολυμάκης, θάταν αδύνατο να καταλάβη πώς τούχτισαν την πόρτα!
Και κάθησαν πίσω από τη μισόκλειστη παρεθύρα, να περιμένουν το θύμα τους.
***
Ολη αυτή την ώρα, στην ταβέρνα του Άμμου, ο κυρ-Γερολυμάκης ο Μπαλωμένος κουτσόπινε και κουβέντιαζε με δυο – τρεις μπεκρήδες και ξενύχτηδες σαν κι αυτόν. Ούτε υποψία ούτε προαίσθημα είχε, κι ήταν φαιδρός όπως πάντα. Άξαφνα σηκώθηκε και κουκουλώθηκε με το γαμπά του.
– Ώρα είνε, είπε, να πάω. Η αδερφή μου, μου είπε να μην αργήσω απόψε πολύ.
Αυτό ήταν στερεότυπο. Το έλεγε κάθε βράδυ ό,τι ώρα κι αν θυμώταν να σηκωθή για να γυρίση στο σπίτι του. Εκείνο το βράδυ ήταν δώδεκα περασμένες. Όταν βγήκε στο δρόμο, ξεκουκουλώθηκε λίγο γιατί ο καιρός είχε γλυκάνει. Και με αργό μα σταθερό βήμα – δεν είχε παραπιή – έστριψε το πρώτο καντούνι που απάντησε, κι από κει μπήκε στο καντούνι του σπιτιού του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του, κι έπιασε το κλειδί του, προχωρώντας μηχανικά ως να ιδή την πόρτα του και να την ανοίξη. Αλλά πόρτα δεν έβλεπε και προχωρούσε. Χωρίς να το καταλάβη, προσπέρασε το σπίτι του και μηχανικά πάντα, εξακολουθούσε να προχωρή. Κάποτε ανανοήθηκε: το καντούνι κόντευε να τελειώση και την πόρτα δεν την είχε ιδεί ακόμα. Στάθηκε, γύρισε και κοίταξε. Μπα! να εκεί – πέρα το σπιτάκι του ανάμεσα στα δυο μεγάλα. Του φάνηκε αστείο και χαμογέλασε: “τόσο μεθυσμένος είμαι!..” Και ξεκίνησε προς τα πίσω, περπατώντας λίγο πιο γρήγορα, κι όχι πια μηχανικά, μα προσέχοντας μη φτάση πάλι στο σπίτι του και το ξεπεράση…
Πλησίασε. Να η πόρτα του Μένεγου, να η πόρτα του Ναύλερη. Η άλλη ήταν η δική του. Αλλά… πούναι την; Πόρτα τίποτα! Κοίταξε ψηλά μην έκανε πάλι κανένα λάθος. Όχι, ήταν ακριβώς απέξω από το σπίτι του. Να τα δύο του παράθυρα με τα κλειστά μπαντζούρια… Κάτω απ’ το πρώτο έπρεπε να ήταν η πόρτα. Μα ο Γερολυμάκης δεν έβλεπε παρά τοίχο. Πώς αυτό; “Μα τόσο μεθυσμένος είμαι;” συλλογίσθηκε. Και στη μεγάλη του αμηχανία, δεν βρήκε άλλη λύσι, παρά να χτυπήση την πόρτα του Ναύλερη. Μην ήταν δική του, και στο μεθύσι του του φαινόταν ως ήταν η διπλανή;
– Ντουκ! ντουκ! ντουκ! αντήχησε στη σιγαλιά ο μπατταδούρος.
Πέρασε κάμποση ώρα ως ν’ ανοίξη από πάνω ένα παράθυρο. Μια γυναίκα ρώτησε:
– Ποίος είναι;
– Εγώ! άνοιξέ μου, Κεβή.
– Μπα! ο κυρ-Γερολυμάκης! έκαμε από μέσα της η γυναίκα.
Και δυνατώτερα:
– Εκαμες λάθος, κυρ-Γερολυμάκη μου! Η άλλη πόρτα, να σε χαρώ…
– Ω! ω! σκουζάτε!..
– Τίποτσι!
Το παράθυρο έκλεισε κ’ η γυναίκα συλλογίστηκε: “Ο κακόμοιρος, σκνίπα είνε πάλι στο μεθύσι…”.
Ο Γερολυμάκης απόμεινε αποσβολωμένος. Πρώτη φορά του τύχαινε να είναι τόσο μεθυσμένος και να μην το καταλαβαίνη. Μάγια του είχαν κάνει;..
Στάθηκε κάμποση ώρα, σαν να περίμενε ή να λυθούν τα μάγια ή να του περάση το πολύ μεθύσι, και να μπορέση να ιδή την άφαντη πόρτα του… Μια στιγμή του ήρθε να χτυπήση και την άλλη, από τ’ άλλο μέρος του σπιτιού του. Μ’ αυτή ήταν μια πελώρια πόρτα, καταμεσίς του μεγάλου γειτονικού σπιτιού, που δεν μπορούσε ποτέ – το έβλεπε καλά – να είνε δική του. Θα πάθαινε τα ίδια. Κι εξακολούθησε να περιμένη. Αλλά κάποτε έχασε την υπομονή. Και με μια καινούργια έμπνεσι, άρχισε να φωνάζη μ’ όλη του τη δύναμι:
– Κεβή!.. Κεβή!.. Κεβή!..
Απ’ τις φωνές αντήχησε όλ’ η γειτονιά. Τις άκουσε, φαίνεται, κ’ η Κεβή, που δεν κοιμώταν ποτέ βαρειά. Και σε λίγο το παράθυρο, πάνω απ’ την άφαντη πόρτα, άνοιξε:
– Καλά συ φωνάζεις, Γερολυμάκη;
– Ναι, αδερφή… Κάμε μου τη χάρι, κατέβα μια στιγμή να μ’ ανοίξης.
– Μα δεν έχεις κλειδί, χριστιανέ μου;
– Τόχασα, καϋμένη… Θα μούπεσε από την τσέπη.
Ο Γερολυμάκης καταχάρηκε. “Να μην το σκεφτώ από την αρχή, συλλογιζόταν. Ετούτη – δω, που δεν είνε μεθυσμένη, θα βρη από μέσα την πόρτα και θα μ’ ανοίξη…”. Και περίμενε να ιδή το θαύμα… γιατί θαύμα βέβαια θάταν να χαθή τώρα ο τοίχος κάτω απ’ το παράθυρο, και να φανή στη θέσι του μια πόρτα ανοιχτή!
Και να, ακούει τα βήματα της Κεβής που κατεβαίνει τη σκάλα… Ακούει αμυδρά και το κλειδί – το δικό της κλειδί – που ξεκλειδώνει από μέσα την πόρτα…
Μα έπειτα τίποτα, ησυχία. Ούτε τοίχος να χάνεται, ούτε πόρτα να φαίνεται.
Ο Γερολυμάκης ανυπομονεί.
– Ε! ξεφωνίζει. Τι κάνεις; Γιατί δεν ανοίγεις;
– Δεν μπορώ! Ακούγεται από μέσα η φωνή της Κεβής. Το πορτόφυλλο είναι σφηνωμένο!
– Σφηνωμένο; βάλε δύναμι, καϋμένη, τράβα το!
– Αυτό κάνω…
Λίγες στιγμές αγωνίας. Κι έπειτα… φωνές, ξεφωνητά της Κεβής από μέσα:
– Ω συμφορά! Ω, μεγάλη συμφορά!.. μας χτίσανε την πόρτα!..
– Τι; φωνάζει κι ο Γερολυμάκης. Μας χτίσανε την πόρτα; Δεν είσαι καλά!
– Ναι, σου λέω! Άνοιξα το πορτόφυλλο, μα δε βλέπω παρά τούβουλα και λάσπη!
Κι άξαφνα, στο σκοτισμένο μυαλό του Γερολυμάκη έγινε φως. Ω, δεν ήταν καθόλου μεθυσμένος! Οσο έλειπε στην ταβέρνα, εκείνες οι “ξεκληρίες” που τον εσταύρωναν πάντα, του χτίσανε την πόρτα! Να ο τοίχος φρεσκοχρισμένος, υγρός, τον έβλεπε τώρα καλά… Κι η Κεβή από μέσα του φώναζε:
– Στάσου να γκρεμίσω τα τούβουλα! Τραβήξου από μπροστά μην πέσουν απάνου σου και σε βαρέσουν… Το νου σου!.. θα σπρώξω!..
Η Κεβή ήταν χεροδύναμη γυναίκα. Ακούμπησε τις παλάμες της στο φράγμα της πόρτας, έσπρωξε δυνατά, και τα τούβλα, που δεν είχαν κολλήσει ακόμα, σωριάσθηκαν, μισά μέσα και μισά στο δρόμο. Αλλά μόλις έπαψε ο πάταγος του γκρεμίσματος, ακούστηκαν απ’ αντίκρυ γέλια, μα κάτι γέλια, λες και γελούσαν διαόλοι!..
Εκπληκτος, ο Γερολυμάκης γύρισε προς αυτά: Έβγαιναν απ’ το μαγαζί του Κόπιτου, το λημέρι των σταυρωτήδων του. Έτρεξε με θυμό στη μισόκλειστη παρεθύρα, και κραδαίνοντας τη μαγκουρίτσα του άρχισε να βρίζη:
– Μωρές, ξεκληρίες, ινφάμηδες, μασκαράδες, εκεί – μέσα ήσαστε κρυμμένοι; Την πόρτα, μωρές, σοφιστήκατε να μου χτίσετε, για να γελάσετε; Μπα, που να μην σας εύρη ο χρόνος!.. Ου, να χαθήτε, τέρατα της φύσεως και της κοινωνίας!
– Άσε τους τώρα! δεν τους ξέρεις; Έλα μέσα! φώναζε κι η Κεβή από την πόρτα, φοβούμενη μη γίνη άσχημος καυγάς.
Μα τα γέλια διπλασιάσθηκαν.
Κάποιος έσπρωξε και το φύλλο της παρεθύρας. Και μέσα στο μαγαζί, στο φως της λάμπας, ο Γερολυμάκης είδε το Λαγάτορα, το Μπαρζό, το Δαργόνα και τον Κόπιτο να κυλιούνται. Ποτέ στη ζωή τους, με τις τόσες τους φάρσες, δεν θα έκαμαν τόσα γέλια.
Και, παράξενο πράγμα, η μεγάλη αυτή ευθυμία επηρέασε και τον Γερολυμάκη τον ίδιο. Ο θυμός του έπεσε, οι βρισιές του σταμάτησαν. Κι αλλάζοντας τόνο – μόνο που δεν γελούσε – τους φώναξε:
– Ας είνε, χαλάλι σας! Ετούτο τουλάχιστον ήταν έξυπνο».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ(1867-1951),«ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1960 - Ετήσια λογοτεχνική – καλλιτεχνική – ιστορική – λαογραφική έκδοση», Τεύχος 1,
ΕΚΔΟΣΗ: «Συνεργασία Επτανήσιων Λογοτεχνών Καλλιτεχνών και Επιστημόνων»
Το διήγημα έδωσε για δημοσίευση στο πρώτο τεύχος της ετήσιας λογοτεχνικής – καλλιτεχνικής – ιστορικής – λαογραφικής «Επτανησιακής Πρωτοχρονιάς 1960», ο Μαρίνος Σιγούρος.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:
- Το εξώφυλλο της έκδοσης.
- Σκίτσο-προσωπογραφία του Γρ. Ξενόπουλου, το οποίο εικονογραφούσε την πρώτη σελίδα του διηγήματός του στην «Επτανησιακή Πρωτοχρονιά 1960».]