16.7.26
Δεν εχω λόγια.. Αφιερώστε λιγα λεπτά και διαβάστε το:
Της Fani Nalmpanti [Τρίκερι - «Στη σκιά του ήλιου» ή αλλιώς «Το πιο βαρύ, το πιο δύσκολο είναι να νικάς την απογοήτευση και να’ναι η ψυχή σου, ψυχή μαχητή» ] - ένα μικρό οδοιπορικό για την ιστορία του τόπου.
«Κι είναι ο κόσμος αυτός των δύο ταχυτήτων που δεν αντέχω, που με πληγώνει όσο τίποτα άλλο. Που δεν τον χωράω και δεν θα τον χωρέσω ποτέ όσο και να με στριμώξω»
*Στις γυναίκες του Τρίκερι..
Στους λίγους που θα σταθούν και θα διαβάσουν αυτές τις αράδες..
Στην ιστορία που δεν έχει πολλές αλλά μία αλήθεια..
Τι να δει κανείς στο Τρίκερι ρώτησα.
Να πάτε στο λιμάνι της Αγίας Κυριακής για αστακομακαρονάδες μου είπανε.
Είχα ακούσει πως ήτανε τόπος εξορίας. Πως υπήρχαν εκεί φυλακισμένες, εξόριστες χιλιάδες γυναίκες. Ποιος αστακός και ποια μακαρονάδα. Νόμιζα πως μου κάνουνε πλάκα.
Φτάνοντας στο άκρο, στο χωριό Τρίκερι παίρνουμε τον δρόμο για το λιμανάκι της Αγίας Κυριακής. Είχα καταλάβει ότι ο τόπος εξορίας ήτανε το νησί Τρίκερι και όχι το «ορεινό» χωριό Τρίκερι.
Θέλω να πάω. Δεν υπάρχουν διευκρινίσεις. Κατεβαίνουμε και στο δεύτερο λιμανάκι τον «Φάρο». Μα ούτε κι από κει περνάς απέναντι. Το ψάχνω διαφορετικά κι ανακαλύπτω πως τα δρομολόγια γίνονται από το λιμανάκι του «Αλογόπορου».
Φτάνουμε εκεί. Βρίσκω το παιδί που κάνει με το βαρκάκι την διαδρομή προς το νησάκι. Ρωτάω να μάθω δύο πράγματα. Που ακριβώς θα χρειαστεί να πάω, πόσος χρόνος, αν υπάρχει μονοπάτι, μνημείο, κάποιος να με κατευθύνει για όσα θα ήθελα να δω. Παίρνω αμήχανες, μισές απαντήσεις. Σα να μην ξέρανε, σα να μην είχανε πάει ποτέ.
Είμαι αποφασισμένη να το κάνω και μπαίνω στο βαρκάκι. Στα 5’ λεπτά είμαι εκεί. Κοιτάζω απέναντι ένα γραφικό λιμανάκι, δυο τρία ταβερνάκια. Διακρίνω μουσική να έρχεται από το ένα. Μα δεν ήτανε μουσική, ήτανε οριακά σκύλο ποπ. Διάφορους τύπους να πίνουν και να τρώνε μιλώντας και γελώντας νευρικά, δυνατά. Το παραβλέπω. Θέλω να φτάσω στον τόπο των γυναικών.
«Πίσω από την ταβέρνα Ίσαλος θα ανέβεις το μονοπάτι» μου είχε πει το παιδί της βάρκας. Βγαίνω στο σημείο και βλέπω ένα μικρό μνημείο - δωρεά παιδικής χαράς. Έχει τόση ζέστη. Έχει τόσο ήλιο που δεν βλέπω το μνημείο για τις γυναίκες λίγα μέτρα πιο δεξιά. Θέλω να ανέβω το μονοπάτι. Νιώθω λαχτάρα και αγωνία να βρω το σημείο.
Αρχίζω το ανηφόρισμα μόνη. Πουθενά καμία ταμπέλα. Στον δρόμο επικοινωνώ με μια φίλη που είχε έρθει πριν χρόνια. «Βρίσκεσαι σε έναν τόπο μαρτυρικό μου λέει. Χιλιάδες γυναίκες βασανίστηκαν, υπέφεραν εδώ. Προσπαθεί να με κατευθύνει. Στα αριστερά σου θα δεις ένα Μοναστήρι και κάπου δεξιά θα βρεις «ένα στρογγυλό» που παίζανε θέατρο. Από το μοναστήρι όταν συμβαίνανε όλα αυτά εδώ δεν τις βοήθησαν καθόλου μου λέει.
Στο στρογγυλό αυτό παίζανε θέατρο, ανέβαζαν μικρές παραστάσεις, αναπαραστάσεις του μαρτυρίου που ζούσανε καθημερινά. - Προσπαθώ να την ακούσω. Το σήμα λιγοστό κι εγώ να ανηφορίζω κάτω από τον ήλιο χωρίς να έχω κυριολεκτικά ιδέα για το που πηγαίνω. 10 λεπτά είπε το παιδί ανηφόρα. Κι όμως μου φαινόταν ήδη πως περπατάω πολύ περισσότερο. Έχω αρχίσει ήδη και διψάω μα σκέφτομαι εκείνες. Τι να φορούσανε. Την περπατησιά και το ανάστημα τους. Από κάτω μου έρχονται οι αχνές μελωδίες της διασκεδαστικής μουσικής. Συνοδεία για τον αστακό και την γαρίδα. Για το ουζάκι και το τσιπουράκι.
Στα αριστερά μου βλέπω το Μοναστήρι. Αναθαρρώ ότι βρίσκομαι κοντά. Στέκομαι μπροστά του μα ούτε εκεί βλέπω κάποια ταμπέλα. Κάτι που να με κατευθύνει προς τα που πρέπει να πάω. Κατεβαίνω ένα πλακόστρωτο προς την θάλασσα. Κατεβαίνω για 10-15 λεπτά κοιτάζοντας αριστερά δεξιά. Δεν βλέπω τίποτα.
Αρχίζω να νιώθω στεγνό τον λαιμό μου. Νιώθω πως πηγαίνω στο πουθενά. Πως δεν πρόκειται να βρω τίποτα και κανέναν για να μου πει. Διαισθάνομαι τη λάθος διαδρομή κι επιστρέφω πάλι προς τα πίσω. Προς το Μοναστήρι. Προσπαθώ να βρω πληροφορίες στο ίντερνετ. Το σήμα αργεί. Επιμένω. Έχω πεισμώσει. Φτάνω στο Μοναστήρι. Ο ήλιος με έχει κάψει. Ψάχνω νερό απ’έξω. Ακούω τις φωνές των καλογριών από μέσα αλλά δεν καταδέχομαι να χτυπήσω για να μου πουν. Είμαι θυμωμένη γιατί σκέφτομαι αυτό που μου είπε οι φίλη. Βλέπανε κι ακούγανε τα μαρτύρια χωρίς να βοηθήσουνε τις γυναίκες εκείνες.
Απ’έξω μια επιγραφή. «Εδώ σε τούτο το νησί Τρίκερι, έζησαν πέντε χιλιάδες γυναίκες, πολιτικές εξόριστες». «Η μνήμη σας χαράχτηκε για πάντοτε στον χρόνο». Ομοσπονδία γυναικών Ελλάδος.(ΟΓΕ). Επιτέλους σκέφτομαι. Μια αναφορά μετά από τόση ώρα. Για τον τόπο των σκηνών τους δεν βλέπω κάτι όμως, για το θέατρο τίποτα. Καμία πληροφορία.
ρχίζω και πηγαίνω μπρος- πίσω για κάποια λεπτά μέχρι που τυχαία διακρίνω μια μικρή ταμπέλα καρφωμένη πλάι στον κορμό ενός δέντρου. «Σκηνές εξόριστων». Ίσα που φαίνονταν ανάμεσα στα βάτα και τις παραφυάδες γύρω τριγύρω απ’ το δέντρο. Κατεβαίνω τον κοντινό χωματόδρομο κοιτάζοντας και πάλι αριστερά δεξιά. Τίποτα. Νιώθω πάλι ότι πηγαίνω στο πουθενά αν και κάπως πιο αισιόδοξη από πριν.
Αφού κατέβηκα αρκετά βλέπω μια δεύτερη ταμπέλα «Ατομικές σκηνές κρατουμένων». Δεν βλέπω τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα για να δω. Παρά μόνο βάτα. Που τις είχαν αναρωτιέμαι. Πως τις είχαν. Δεν υπάρχει ούτε μισό ντουβάρι. Δεν καταλαβαίνω. Βγάζω μια φωτογραφία εγώ για να φτιάξω για μένα το κάδρο. Για να φτιάξω εγώ έναν τόπο για εκείνες. Για να υπάρξει. Για να μπορέσει να κάνει ο νους μου τις συνδέσεις, να καταφέρει κάπου να σταθεί.
Ψάχνω να βρω το θέατρο. Περπατάω κι άλλο. Κατεβαίνω. Δεν νιώθω τον λαιμό μου. Δεν έχω νερό γιατί μου είπανε πως ήτανε δέκα λεπτά δρόμος και σκέφτηκα πως δε θα χρειαζόταν. Στα αριστερά μου τώρα ένα σπίτι. Θα πάω να ρωτήσω. Βλέπω την μπουγάδα, κάτι πέτρες σαν σημάδια κάτω, σκέφτηκα μήπως σημαίνουν κάτι. Έκανα λάθος. Έχω χαθεί. Επιστρέφω στο μονοπάτι. Σκέφτομαι εκείνες στην σκιά του ήλιου. Χωρίς νερό να κουβαλάνε βότσαλα από το λιμάνι, για να φτιάξουν όπως έμαθα μετά ένα στεφάνι στην κορυφή του νησιού κατ’ εντολή, να φαίνεται λέει από μακριά. Αναλογίσου για ένα λεπτό την νοσηρότητα αυτής της πράξης που επέβαλαν σε αυτούς τους ανθρώπους. Εδώ σε μια ώρα χωρίς νερό και ήμουνα ήδη πολύ δύσκολα κι εκείνες να ζούνε σε αυτές τις φριχτές συνθήκες για μέρες, μήνες, χρόνια.
Θέλω να φτάσω στο θέατρο που κάνανε πρόβες για τον «Προμηθέα Δεσμώτη». Το θέατρο που τραγουδούσαν. Σκέψου να είσαι κρατούμενη σε αυτές τις συνθήκες κι εσύ να κάνεις πρόβες γι’ αυτό το έργο. Να τραγουδάς. Φυσικά δεν τους επέτρεψαν ποτέ να ανεβάσουν την παράσταση.
Πλάι σε έναν κάδο σκουπιδιών βλέπω με αχνά γράμματα «θεάτρο» κι ένα βελάκι κατεύθυνσης. Νιώθω οργή. Πλάι στον κάδο σκουπιδιών η πληροφορία. Δεν πάει το χέρι να γράψει άλλο. Το μυαλό σταματάει εκεί. Το σώμα μου όμως όχι. Θα το βρω. Θα πατήσω για λίγο έστω εκεί που πάτησαν. Δεν γίνεται αλλιώς. Προχωράω με σκυμμένο το κεφάλι και η σκέψη μου σε κεινες το σήκωσε για μια στιγμή, το βλέμμα μου τώρα στέκεται μπροστά σε ένα μικρό ξέφωτο.
Δεξιά βλέπω μια πεζούλα να σχηματίζει μια κυκλική μικρή εξέδρα. Στην καρδιά της η ταμπέλα «θέατρο». Στα πόδια της μια επιγραφή από το κόμμα. «Το πιο βαρύ, το πιο δύσκολο, είναι να νικάς την απογοήτευση.» Ξεσπάω σε λυγμούς.
Μόνη εκεί μπροστά σε αυτό το μικρό θεατράκι. Το θεατράκι της ζωής που αυτές οι γυναίκες σήκωσαν στους ώμους τους με τόσο θάρρος, με τέτοια ματιά καθαρή μα κυρίως με καρδιά απέραντη.. γεμάτη αγάπη, δύναμη και πείσμα για έναν καλύτερο, πιο δίκαιο κόσμο. Τα δάκρυα μου πίδακες που πότισαν για λίγο τον ξερό αυτό τόπο. Που ενώθηκαν για μια στιγμή στην αιωνιότητα με τον ιδρώτα και τον πόνο αυτών των γυναικών. Στεκόμενη εκεί μπροστά, διψασμένη και ταλαιπωρημένη ένιωσα έστω κι απειροελάχιστα την αγωνία και την ταλαιπωρία τους. Συνδέθηκα μαζί τους. Ένιωσα βαθιά συγκίνηση και τύχη για τη δυνατότητα αυτή.
Πήρα τον δρόμο της επιστροφής προς το λιμανάκι. Απέναντι από το μοναστήρι παρατήρησα για δεύτερη φορά ένα μικρό νεκροταφείο αλλά δυστυχώς δεν σκέφτηκα ότι θα είχε σχέση με τα γεγονότα. Ούτε κι εκεί υπήρξε κάποια ταμπέλα, κάποια επιγραφή. Δεν είχα το κουράγιο να σταματήσω.
Αργότερα έμαθα πως εκεί είναι θαμμένες γυναίκες που δεν άντεξαν. Πολλά από τα παιδιά που είχαν μαζί ή που γέννησαν στον τόπο αυτό. Πώς το νεκροταφείο αυτό επισκέπτονταν άλλοι αγωνιστές κι εξόριστοι κι έμπηγαν στο χώμα μικρούς ξύλινους σταυρούς και πικροδάφνες στην μνήμη αυτών των γυναικών. Στεναχωρέθηκα που δεν το επισκέφτηκα αλλά είναι μια υπόσχεση ότι θα επιστρέψω στο τόπο και μόνο γι’ αυτό.
Η γυρισμός μου φάνηκε σύντομος κι εύκολος. Δεν ένιωθα την γλώσσα μου μέσα στο στόμα μου αλλά ένιωθα γεμάτη που κατάφερα έστω έτσι να πατήσω το πόδι μου εκεί που κάποτε πάτησε το δικό τους.
Η φίλη, μου ανέφερε το μνημείο στο λιμάνι που άθελα μου δεν είχα προσέξει στην αρχή της διαδρομής. Ένιωσα ότι είχα αυτή την εκκρεμότητα. Μα αυτό ήτανε το πιο εύκολο τελικά.
Στέκομαι τώρα μπροστά του. «Για τις αλύγιστες της ταξικής πάλης». Δύο γυναικείες μορφές αντικριστά η μία της άλλης. Σα να σίγησαν για λίγο οι ήχοι μέσα στο κεφάλι μου. Έμεινε αυτή η σιωπή. Σαν αποκατάσταση της αλήθειας. Σαν το μνημείο αυτό όντως να μαρτυρούσε την αλήθεια. Στέκονταν εκεί πίσω από τα ταβερνάκια με τα πιάτα γεμάτα τσόφλια από γαρίδες. Με τα τραπέζια τα γεμάτα από καλοπέραση υπό τους ήχους της σκύλο ποπ. Στέκει και λέει: «Όσο και να με αγνοήσετε υπήρξα μέρος του τόπου αυτού. Υπήρξα μέρος της ιστορίας, μέρος της αλήθειας».
Πίσω στο βαρκάκι δύο «κυρίες» που μόλις έχουν φτάσει για να επισκεφθούν το νησί, παραμένουν μέσα στη βάρκα βγάζοντας σέλφι και χιουμοριστικά βίντεο ότι τάχα μου οδηγάει η μία τους το βαρκάκι. Το παιδί που πηγαινοφέρνει τον κόσμο στο νησάκι, περιμένει υπομονετικά να τελειώσει αυτό το τσίρκο. Εγώ τις κοιτάζω σαστισμένη και χωρίς να το καταλάβω μου έρχονται πάλι δάκρυα στα μάτια.
Είναι ο κόσμος αυτός των δύο ταχυτήτων που δεν αντέχω, που με πληγώνει όσο τίποτα άλλο. Που δεν τον χωράω και δεν θα τον χωρέσω ποτέ όσο και να με στριμώξω, σκέφτομαι και κλαίω.
Όταν επιτέλους έφυγαν, ρώτησα το παιδί που κάνει καθημερινά δεκάδες φορές αυτή την διαδρομή πόσοι επισκέπτονται τον τόπο για την ιστορία του.. «Ένας στους 100 μου απάντησε.. έρχονται εδώ για να πιούνε και να φάνε σα να μην υπάρχει αύριο μου λέει.. Βασικά ούτε ένας ένας στους 100» διόρθωσε μετά από λίγο..
Δεν είναι κακό να θέλουν να περάσουν όμορφα και να φάνε του απάντησα. Όσο κι αν διαφωνώ με την γενικότερη αισθητική. Δεν είναι εκεί το θέμα. Το πρόβλημα είναι που δεν ξέρουν και δεν τους ενδιαφέρει να μάθουνε σε ποιον τόπο βρίσκονται και γιατί μπορούν και βρίσκονται εκεί. Το παιδί γνέφοντας καταφατικά έσκυψε το κεφάλι του και σιώπησε..
Δεν ξέρω αν κατάλαβε τι εννοούσα αλλά έστω αυτή η σιωπή ήτανε μια απόκριση, μια μικρή αναγνώριση σε ότι έχει πάει πολύ λάθος εδώ και δεκαετίες.. αφού όσες γαρίδες και να φάμε.. όσες σέλφι ευτυχίας και να βγάλουμε παραμένουμε φτωχοί χωρίς την γνώση της ιστορίας.. χωρίς την ανάγκη διατήρησης της μνήμης ζωντανής - όχι για να την συντηρούμε έτσι άσκοπα και μνημοσυνιακά, αλλά για να διδασκόμαστε από αυτή και για να αποκαθιστούμε την αλήθεια που είναι πράγμα μεγάλης σημασίας κι αξίας σε κάθε εποχή, πόσο μάλλον στη δική μας.. εγώ τουλάχιστον αυτό βλέπω και αυτό καταλαβαίνω.. πως, «το πιο βαρύ, το πιο δύσκολο, είναι να νικάς την απογοήτευση και να’ ναι η ψυχή σου, ψυχή μαχητή..»
————————————————————————
*Για όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία:
Το νησί Τρίκερι (νομός Μαγνησίας) υπήρξε τόπος εξορίας, από το 1947 έως το 1953, κατά κύριο λόγο γυναικών, μελών του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΔΣΕ. Τον Σεπτέμβρη του 1949 κρατούνταν εκεί περίπου 5.000 γυναίκες μαζί με τα 235 παιδιά τους, ζώντας στριμωγμένοι σε τρύπιες σκηνές, χωρίς στρώματα, ρούχα, παπούτσια. Στερούνταν ακόμα και την τροφή, το νερό, το γιατρό, τα φάρμακα.
Το 1949 η Χωροφυλακή παρέδωσε το στρατόπεδο στο στρατό, ο οποίος ενίσχυσε τα τρομοκρατικά μέτρα και τα καψόνια. Αφαιρούσαν από τις εξόριστες ακόμα και τα χρήματα, τα δέματα και τα γράμματα που έστελναν οι οικογένειές τους.
Τον Γενάρη του 1950 το Τρίκερι υπάχθηκε στον «Οργανισμό Αναμόρφωσης Μακρονήσου». 1.200 γυναίκες μαζί μετά παιδιά τους μεταφέρθηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου όπου υπέστησαν ανείπωτα βασανιστήρια.
Τον Ιούλη του 1950, λόγω της διεθνούς κατακραυγής ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, άρχισε η σταδιακή απόλυση εξόριστων γυναικών από το Τρίκερι και ολοκληρώθηκε τον Απρίλη του 1953. Οι τελευταίες 19 «αμετανόητες» εξόριστες μεταφέρθηκαν στον Άη Στράτη.