Οι μνήμες, ηθελημένες και αθέλητες,
πάντοτε αλληλόχρεες, λυτρωτικές και σπουδαίες.
Ο Κόσμος της αληθινής ηρωίδας του έργου,
«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»
Μαρίας Σταματάτου και η παραχάραξη της Ιστορίας!
του Τάκη Κεφαλληνού
Η Μαρία, πτυχιούχος της Φιλοσοφικής και αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης, γεννήθηκε το 1919 και πέθανε το 1991. Υπήρξε, με εντολή, ο σύνδεσμος του ΕΑΜ με τον αντιφασίστα λοχαγό και απόστρατο στρατηγό, με δυο μετάλλια ανδρείας, Άμος Παμπαλόνι της Ιταλικής Μεραρχίας «Άκουι», η οποία αποτελούσε την κύρια δύναμη κατοχής στην Κεφαλονιά.
Αφιερώνουμε -αργοπορημένα έστω- σε αυτήν, που ζήσαμε μαζί τόσα και τόσα, την πρώτη μας μονογραφία, ελπίζοντας πως θα ακολουθήσουν και άλλες κάτω από τον ίδιο τίτλο. Θα αφορούν, βέβαια, άλλα πρόσωπα και γεγονότα άξια να ανακληθούν στη μνήμη μας.
Η αναφορά - μαρτυρία μας αυτή, που ξανακτίζει ζωές, δεν είναι για εμάς γεγονός ιδιωτικής σημασίας.
Γίνεται, όχι μόνο επειδή η πορεία της ίδιας και της οικογένειάς της αξίζει τη θύμησή μας, αλλά κυρίως διότι εναρμονίζεται και εντάσσεται άριστα σε μια ολόκληρη ηρωική και συγχρόνως τραγική εποχή, της παγκόσμιας, ελληνικής και επτανησιακής ιστορίας του περασμένου αιώνα. Είμαστε υποχρεωμένοι να αναδείξουμε εδώ, στους πολιτικά καθημαγμένους καιρούς μας, και δύο άλλα σημαντικά γεγονότα, τα οποία μας ανάγκασαν αδήριτα επίσης να αποφασίσουμε, μετά ένα τέταρτο του αιώνα από τον θάνατό της, αυτήν τη δημοσίευση.
Ο Άγγλος συγγραφέας με το βιβλίο του αυτό, αναδεικνύεται σε πρώτης τάξεως πλαστογράφο και συκοφάντη της Εαμικής Εθνικής Αντίστασης, και των δραματικών γεγονότων που συνέβησαν στην Κεφαλονιά το Σεπτέμβρη του 1943.
Έχουν γραφεί βιβλία για την αποκατάσταση της αλήθειας και πολυσέλιδες δημοσιεύσεις και διαμαρτυρίες φορέων και αντιστασιακών Κεφαλονιτών, καθώς και μαρτυρίες Ιταλών, Άγγλων και Γερμανών πολιτών, που φωτίζουν σιωπές και κάνουν ορατή την παραποίηση της αλήθειας από τον συγγραφέα.
Ωστόσο, τι αξία έχουν όλα αυτά για τις εκδόσεις Ψυχογιός που εκδώσανε το κατάπτυστο μυθιστόρημα;
Αλλοίμονο… Οι ίδιοι στο οπισθόφυλλο της έκδοσης έρπουν, όχι ανεπίγνωστα, στη βαρβαρότητα μιας διαστρέβλωσης που κινείται με «φόβο Ιστορίας» στα πλαίσια μιας περίκλειστης εμφυλιοπολιτικής μαγγανείας.
Αναμετρούν λοιπόν το «έχει» τους και αναφέρουν:
«Ένα υπέροχο βιβλίο γραμμένο από έναν ξένο που μπορεί και διαβάζει με τα μάτια της καρδιάς του την ψυχή των Ελλήνων. Είναι ένας πραγματικός ύμνος στην πατρίδα μας και στον άνθρωπο. Ένας Έλληνας δε θα μπορούσε να το γράψει καλύτερα».
Ο Β. Β. δεν απάντησε ποτέ, αντίθετα τρία χρόνια μετά, στις 08-09-1998 έγραφε στα ΝΕΑ:
«Ο Άγγλος αυτός συγγραφέας κατάφερε και ζωντάνεψε τους Έλληνες, εμάς, αφού εμείς με την παράδοση κιόλας του λόγου στο νησί, δεν καταφέραμε να γεννήσουμε ισάξιο αφηγητή»!
Τo δεύτερο γεγονός είναι ότι, στις 29 Ιουν 2014, η ελληνική κρατική τηλεόραση στην εκπομπή ‘‘Αληθινά Σενάρια’’ (sic) στέγνωσε από μεριά της ολοκληρωτικά τα αληθινά γεγονότα. Παρουσιάζει την Γιολάντα Γκόρνο η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, ισχυρίζεται ότι η κεφαλονίτισσα μητέρα της Έλλη Φωκά είναι η πραγματική ηρωίδα του έργου, «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»!
Στην εκπομπή αναφέρεται ότι: Ο Ιταλός τηλεγραφητής Βάλτερ Γκόρνο γνώρισε την Ελληνίδα τότε μαθήτρια, Έλλη Φωκά και την κάλεσε να της μάθει να χορεύει τους ρυθμούς που έπαιζε με το ακορντεόν του. Ο έρωτας των δύο νέων εκδηλώθηκε αμέσως και, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισαν λόγω του πολέμου, κατάφεραν να μείνουν μαζί και το 1944 να φέρουν στον κόσμο την κόρη τους Γιολάντα.
Ασφαλώς, η ιστοριογραφία, σε όλους του καιρούς, είναι ταξική και στρατευμένη, όπως ολόκληρη η τέχνη άλλωστε.
Δεν υπάρχει «ουδέτερη» γραφή, και αυτό αφορά ολοκληρωτικά και τη -με τόσα ‘‘ψιμύθια’’ δήθεν δημοκρατίας- στολισμένη αστική σκοπιά. Ταξική, δεν ήταν και η άποψη του μέγιστου στοχαστή της αρχαιότητας, δημιουργού της λογικής, Αριστοτέλη, ο οποίος ζώντας, στο μη αμφισβητήσιμο την εποχή εκείνη, δουλοκτητικό σύστημα, έλεγε: «Η δουλεία ανήκει στη φυσική τάξη των πράγματων»; Δεν αρκούσε, όπως φαίνεται, η απόρριψη, από τον ίδιο της ιδεαλιστικής θεωρίας των «Ιδεών» του δασκάλου του, Πλάτωνα, ούτε το γεγονός ότι «είχε μελετήσει τις ουσιαστικές μορφές της διαλεκτικής σκέψης». Τελικά, είχε επιλέξει τον ιδεαλισμό παρά την ταλάντευσή του ανάμεσα σε αυτόν και στον υλισμό της εποχής του.
Γνωρίζουμε, και δεν πλάθουμε «εικονοστάσια αγίων», ότι και στα πλαίσια της ιδιαίτερα σφοδρής ιδεολογικής διαπάλης που αναπτύχτηκε στο όνομα της νίκης και κατόπιν της επιτυχίας των στόχων της Οκτωβριανής επανάστασης που πράγματι κινδύνευαν, τον περασμένο αιώνα, παραποιήθηκαν αδίκως περιστατικά της εποχής εκείνης.
Η Επανάσταση όμως τελικά νίκησε και κατάκτησε πρωτοφανή επιτεύγματα. Πήρε τον Ρώσο μουζίκο από την απόλυτη εξαθλίωση και το άροτρο και τον οδήγησε στην πυρηνική εποχή, νικητή των ναζιστικών ορδών και πρωτοπόρο αστροναύτη εξερευνητή του διαστήματος. Δυστυχώς όμως, η με τόσες θυσίες συγκλονιστική συλλογική έφοδος των Ρώσσων προλετάριων στον ουρανό, για τον απίστευτα υψηλό στόχο της δημιουργίας μιας κοινωνίας αταξικής η οποία θα καταργεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, έμεινε στη μέση του δρόμου. Ήταν αδύνατες οι πλάτες των ανθρώπων και των επαναστατών ακόμη, καθώς και οι ταξικοί τους αντίπαλοι παγκόσμια, δυστυχώς, τόσο ισχυροί. Δεν μπόρεσαν λοιπόν να εφαρμόσουν παντού και πάντοτε, όπως όφειλαν, τις αρχές οικοδόμησης του «σοσιαλισμού – κομμουνισμού».
Το γεγονός αυτό θα δημιουργούσε όχι μόνο τη βάση, το σχεδιασμό και τη συνεχή πρόοδο της σοσιαλιστικής οικονομίας, αλλά και τη δημιουργία του «σοσιαλιστικού ανθρώπου». Αυτού που δεν θα ήταν έρμαιο της «εξουσίας» που κατέκτησε, αλλά θα σύντριβε το «ατομικό» συμφέρον προς χάρη του «συλλογικού», ώστε να μπορέσει να αλλάξει συθέμελα τον κόσμο.
Η Ιστορία σήμερα, όπου γης, πλήρως διαστρεβλώνεται και ξαναγράφεται από τους επικυρίαρχους νικητές της αντεπανάστασης και τους συνοδοιπόρους τους.
Αυτός είναι και ο λόγος που με τις μικρές μας δυνάμεις, προσπαθούμε, παραμερίζοντας την οξύτητα ενός μανιφέστου, να συμβάλλουμε στον έρανο της Ιστορίας, η οποία, όπως λέγεται, βγαίνει στην εποχή μας, ολοένα και περισσότερο, στην επαιτεία.Ίσως επί ματαίω,
θυμόμαστε και εμείς ότι ο Μαρξ τελειοποίησε μόνο τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» επειδή θεωρούσε επιτακτικό να απαντάει, στα κατά τη γνώμη του κακώς κείμενα της πολιτικής κατάστασης στην εποχής του.Οπωσδήποτε δεν «έχασε» πολλά, αφού όπως εξομολογήθηκε στον Ένγκελς, τα έσοδα των πωλήσεων, του ολοκληρωμένου, πρώτου τόμου δεν έφταναν να πληρώσει ούτε τα μολύβια του!
Παραπέρα, όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα, είναι γνωστό ότι μετά την ήττα της Φασιστικής Ιταλίας από τους συμμάχους το 1943 και τη συνθηκολόγησή της, οι Γερμανοί ζήτησαν από τις Ιταλικές δυνάμεις κατοχής και στην Ελλάδα να παραδοθούν σε αυτούς μαζί με το οπλισμό τους.
Διώχνοντας κάθε πειρασμό δειλίας, θυσιάστηκαν για τις ιδέες τους.Δεν επηρεάστηκαν από το γεγονός, ότι εντός 12 ωρών από την διαταγή των ναζιστών είχαν παραδοθεί σε ολόκληρη την Ελλάδα χιλιάδες Ιταλοί οπλίτες και, το σημαντικότερο, ότι γνώριζαν οι ίδιοι πως πολλές ελπίδες για νίκη και σωτηρία γι’ αυτούς δεν υπήρχαν!Πράγματι, μετά από άγριες μάχες και ανελέητους βομβαρδισμούς από τα γερμανικά στούκας που απογειώνονταν ολημερίς από Μωριά και Ρούμελη, σε όλη την Κεφαλονιά και την Ιθάκη, οι Ιταλοί έχοντας 1300 νεκρούς στο πεδίον της μάχης παραδίδονται και εκτελούνται χιλιάδες.
Ο συγγραφέας Βαγγέλης Σακκάτος, που εικονογραφεί αναμνήσεις στο σπουδαίο βιβλίο του η “Μεραρχία Άκουϊ: "Η σφαγή των Ιταλών στην Κεφαλονιά. Η Αντίσταση” αναφέρει:
«Ο ίδιος ο Παμπαλόνι διηγείται, στην κάμερα της ΝΕΤ, ότι η σφαίρα που του έριξε στο σβέρκο ο Αυστριακός λοχαγός τον διαπέρασε χωρίς, ως εκ θαύματος, να αγγίξει κανένα ευαίσθητο σημείο. Μόνος επιζών του λόχου, ο λοχαγός πυροβολικού Παμπαλόνι, σώθηκε χάρη στους φίλους του, τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και προσχώρησε αμέσως στις γραμμές της ελληνικής αντίστασης, μέσα από τις οποίες πολέμησε σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας, μέχρι την απελευθέρωση. Ο λαός της Κεφαλονιάς έδειξε υψηλή ανθρώπινη αλληλεγγύη, κρύβοντας, περιθάλποντας και φυγαδεύοντας στη Ρούμελη, στ’ αντάρτικο, τους επιζήσαντες Ιταλούς φαντάρους, κι αυτό παρά τα δρακόντεια μέτρα του κατακτητή, που σαν έπεφτε κάτι τέτοιο στην αντίληψή του, ότι κάποιος κρύβει Ιταλό, τα αντίποινα ήταν τρομερά: εκτέλεσή του ίδιου, μελών της οικογένειάς του και κάψιμο του σπιτιού τους. … Οι Ιταλοί αντιφασίστες που πήρανε μέρος στον ΕΛΑΣ υπήρξαν οι πιο ψυχωμένοι μαχητές … ‘‘Είμαι αριστερός, δεν είμαι όμως κομμουνιστής. Εντούτοις, η εικόνα που ο Λουί Ντε Μπερνιέρ δίνει για τους Έλληνες κομμουνιστές είναι απαράδεκτη και παντελώς λαθεμένη. Το να αποκαλείς τους Έλληνες βάρβαρους, που σκότωναν από ευχαρίστηση, δεν είναι μόνο λάθος και άδικο, αλλά υποθάλπει το ρατσισμό. Έζησα ανάμεσά τους για 14 μήνες και αυτό το διάστημα ήταν για μένα μια αξέχαστη εμπειρία, λόγω των σταθερών αισθημάτων καλοσύνης, αλτρουισμού και αδελφοσύνης που διέθεταν’’. Ο άνθρωπος, που λέει τα παραπάνω λόγια στη βρετανική εφημερίδα ‘Γκάρντιαν’, είναι ο Άμος Παμπαλόνι!»
Ο Β. Σακκάτος καταγγέλλοντας συνεχίζει:
«… διαβάζουμε στη σελ. Στη (σελ.306) ο ΕΔΕΣ είναι «η μόνη μεγάλη αντιστασιακή ομάδα που πολεμάει αυτή τη στιγμή τους Γερμανούς» και ότι ο καπετάν Έκτορας είναι «το ίδιο πανούργος με τον Άρη. Σκέτο κτήνος» (σελ.310). Ότι στην Κεφαλονιά «είχαν γίνει πολλοί βιασμοί…» και «κρίνοντας από τις μέρες της γέννησης του (ενός έκθετου), ο πατέρας του θα μπορούσε να είναι ναζί αλλά και κομμουνιστής»… (σελ.525)
Επίσης στον Ριζοσπάστη (22-10-2000) σε Διακήρυξη - καταγγελία για το βιβλίο του Λουί Ντε Μπερνιέρ "Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι" καθώς και για τα γυρίσματα του ομώνυμου χολυγουντιανού έργου, που κυκλοφόρησαν Κεφαλονίτες και Θιακοί δημοκράτες μεταξύ πολλών άλλων αναφέρουν:
Στις σελίδες 438-442 ο Μπερνιέρ, με τον ανοίκειο λόγο του, επιχειρεί «χωρίς αιδώ» για την πατριωτική ενότητα και αντιφασιστική συναδέλφωση Ιταλών και Κεφαλήνων - Θιακών ενάντια στους Ιταλο-Γερμανούς φασίστες των νησιών μας, να ισχυρίζεται ότι: «Οι κομμουνιστές αντάρτες του ΕΛΑΣ δεν πήραν μέρος στις συγκρούσεις, επειδή δεν καταλάβαιναν για ποιο τάχα λόγο θα έπρεπε να πάρουν τα πόδια τους και να ξυπνήσουν από το μακάβριο λήθαργο, στον οποίο ήταν βυθισμένοι».
Ακόμη, ο <<Ιός>> της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, σε πολυσέλιδο κείμενο στις (4/6/2000) ισχυρίζεται ότι υπάρχει και μεταφραστική παραχάραξη του έργου του Μπερνιέ. Στην ελληνική μετάφραση δεν υπάρχει το κεφάλαιο που αναφέρει ότι: «οι κομμουνιστές στην Κεφαλονιά εκτόπιζαν τους αντιπάλους τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης» ή ότι «οι κομουνιστές παρακολουθούσαν τόσα χρόνια εξ αποστάσεως τους ναζί»… και ότι «ο Χίτλερ θα ήταν υπερήφανος για τους τόσο επιμελείς μαθητές του» !
Στο ίδιο άρθρο της επίσης, η Ελευθεροτυπία, τονίζει:
Στο φόντο του ειδυλλίου ανάμεσα στο Ιταλό λοχαγό και την Κεφαλονίτισα Πελαγία ανακαλύπτουμε ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της πρόσφατης ιστορίας μας, την Εθνική Αντίσταση και την αρχή του Εμφυλίου Πολέμου. Μόνο, που αυτή η αναφορά ακολουθεί τα πιο χοντροκομμένα κλισέ της αντικομουνιστικής εμφυλιοπολεμικής προπαγάνδας αντιστρέφοντας μεθοδικά όλα τα ιστορικά δεδομένα». Πράγματι στο κεφάλαιο «Απελευθέρωση» περιγράφεται η επιστροφή του ελασίτη, ονόματι Μαντράς, πρώην αρραβωνιαστικού της Πελαγίας. Αυτός παρουσιάζεται ότι είχε μάθει στον ΕΛΑΣ το πλιάτσικο και τους βιασμούς. Γι’ αυτόν τον λόγο κατά τον Μπερνιέρ: «ξεκίνησε αρπάζοντας με το όπλο την περιουσία των άλλων και στο τέλος έφτασε ν’ αρπάζει τα πάντα». Η Πελαγία δεν τον θέλει πιά και όταν αυτός προσπαθεί να την βιάσει, αμύνεται και τον τραυματίζει με πιστόλι.
Ο Μαντράς όταν και η μητέρα του η Δροσούλα τον διώχνει βαριά τραυματισμένο αποκαλώντας τον «Φασίστα», πέφτει στη θάλασσα και πνίγεται. Τότε ο συγγραφέας αφού τελείωσε με τους βιαστές ελασίτες, γίνεται ρομαντικός. Τρία δελφίνια, που τον γνώριζαν από όταν ψάρευε, τον βγάζουν στη ξηρά.
Αυτή την οποία παρουσιάζει ο Μπερνιέρ να «είχε ακούσει ότι οι κομμουνιστές σκότωναν τους Ιταλούς που είχαν έλθει να πολεμήσουν στο πλευρό τους, εναντίον των Γερμανών» (σελ. 514)Αυτήν που ο αρραβωνιαστικός, επιστρέφοντας από το αντάρτικο τη βρίζει λέγοντας: « Ώστε πήγες και τα ‘φτιάξες μ’ ένα φασίστα; Ε; Γι’ αυτό πολέμησα εγώ; Άτιμο παλιοθήλυκο!» (σελ.519)
Την απάντηση δίδουν ο ίδιος ο Παμπαλόνι και ό αδελφός της Μαρίας, μακρονησιώτης αγωνιστής Σπύρος Σταματάτος.
Ο Άμος Παμπαλόνι, λοιπόν, σε μια λιτή ανθρώπινη εξομολόγησή του στον Ιταλό δημοσιογράφο Ρικάρντο Μόννι, της οποίας μέρος αναδημοσιεύει η Αυγή (19-09-2000), αναφέρει:
«Εγώ συνδέθηκα γρήγορα αισθηματικά με μια νέα 17-18 ετών. Ονομαζόταν Μαρία και σπούδαζε για να γίνει δασκάλα. Ήταν μελαχρινή, μικροκαμωμένη, με δύο μάτια μαύρα και φωτεινά σαν καρφίτσες. Αλλά δεν κάναμε ποτέ έρωτα ούτε έμενα σπίτι της, όπως γράφει ο ντε Μπερνιέρ στο περιβόητο μυθιστόρημά του, και ούτε την παντρεύτηκα. Σύχναζα στο πατρικό της στο Αργοστόλι, όπου συναντούσα το βράδυ στο τραπέζι έναν δικηγόρο, έναν ταχυδρομικό, έναν καλοντυμένο κύριο κι έναν διανοούμενο. Στις 8 Σεπτεμβρίου κατά τις 11 το βράδυ, οι τέσσερις αυτοί κύριοι ήλθαν και με βρήκαν στον καταυλισμό και μου είπαν: «Τώρα παίζουμε με ανοικτά χαρτιά. Είμαστε από την ίδια πλευρά». Και παρουσιάστηκαν: «Εγώ λέγομαι Παπαφώτης κι είμαι ο γραμματέας της οργάνωσης του ΚΚΕ στην Κεφαλονιά. – Εγώ είμαι ο δικηγόρος Μηλιαρέσης. – Εγώ λέγομαι Λουκάτος και είμαι καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών>>. Μου είπαν ότι είχαν μεγάλη ανάγκη από όπλα και πυρομαχικά. Η πυροβολαρχία μου φύλαγε την αποθήκη της Μεραρχίας. Το πρωί της επομένης τους έδωσα κάμποσα τουφέκια και σφαίρες».
Ο Σπύρος Σταματάτος με επιστολή του επίσης στο περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ στις 25/7/2001, με ευαισθησία μνήμης και νοσταλγίας, ανασύρει με τα παρακάτω λόγια στο φως όλες τις υπόγειες αλήθειες μιας απέραντα συγκινητικής ιστορίας: Η Μαρία Σταματάτου αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης ήταν αδερφή μου. Τα περιστατικά όπως μου τα είχε διηγηθεί η ίδια έχουν ως εξής:
Η Μ.Σ. ήταν από πολύ νωρίς οργανωμένη στο ΕΑΜ, όπως άλλωστε ολόκληρη η οικογένειά της. Το 1943 δούλευε ως καθηγήτρια στο Γυμνάσιο στις Κεραμιές. Η Μαρία ήταν τελειόφοιτος της Φιλοσοφικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Αρχαιολογία) και πτυχιούχος της Γαλλικής Ακαδημίας. Μιλούσε άπταιστα Γαλλικά και εξίσου καλά και τα Ιταλικά. Πολύ κοντά στο χωριό Μαζαράτα, ήταν στρατοπεδευμένη η πυροβολαρχία του Παμπαλόνι πριν μετακινηθεί στους Μύλους απέναντι από το Αργοστόλι.
Στις αντιστασιακές οργανώσεις του ΕΑΜ είχαν περιέλθει πληροφορίες, ότι ο επικεφαλής Λοχαγός της πυροβολαρχίας Άμος Παμπαλόνι ήταν ένας δημοκρατικός αξιωματικός, που μιλούσε ανοιχτά ενάντια στον πόλεμο και έδειχνε καθαρά τα αντιφασιστικά του αισθήματα. Τότε κατέστη αναγκαίο για το ΕΑΜ να βρει τρόπο επαφής με τον αντιφασίστα νεαρό λοχαγό.
Επειδή η Μαρία, όπως γράφω παραπάνω μιλούσε πολύ καλά τα Γαλλικά όσο και τα Ιταλικά, ήταν δε έμπιστο μέλος του ΕΑΜ, επίσης μέλος του ΚΚΕ, και εκ χαρακτήρος πολύ δραστήρια και ριψοκίνδυνη, επελέγη από την οργάνωση και της ανατέθηκε το καθήκον να έλθει σε επαφή με τον Α. Παμπαλόνι, και να βολιδοσκοπήσει τις διαθέσεις του.
Η Μαρία με επιτυχία διεκπεραίωσε την εντολή, επιβεβαιώνοντας συγχρόνως ότι οι πληροφορίες που υπήρχαν για τον Παμπαλόνι ήταν σωστές. Έτσι, προχώρησε παραπέρα και τον έφερε σε επαφή με στελέχη των ΕΑΜικών οργανώσεων, όπως αφηγείται ο Παμπαλόνι στο συν. Β. Σακκάτο.
Πράγματι γύρω στο βραδινό τραπέζι του σπιτιού μας στο Αργοστόλι, με την παρουσία πάντα του πατέρα μου Λεωνίδα Σταματάτου, θυμάμαι να συνομιλούν με τον Παμπαλόνι ο Γιάγκος Κρητικός (δικηγόρος), ο Διονύσης Πεντάγαλλος (ταχυδρομικός), ο Βασίλης Αντζουλάτος (ανθυποπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού), όλοι τους στελέχη των Εαμικών οργανώσεων.
Η σχέση της Μαρίας με τον Άμος δημιουργήθηκε και βάθυνε μέσα στη φωτιά του αγώνα της αντίστασης ενάντια στον κατακτητή και για τον αντιφασιστικό αγώνα. Συν τω χρόνω, μεταξύ Μαρίας και Άμος, αναπτύχθηκε κάποιος συναισθηματικός δεσμός, και βάθυνε ιδιαίτερα μετά τη σύγκρουση με τους Γερμανούς, την εκτέλεση και διάσωση του Παμπαλόνι από τις Εαμικές οργανώσεις, τη διαφυγή του στη Στερεά Ελλάδα, την ένταξή του στο επιτελείο του 2/39 συντάγματος του ΕΜΣ στην Αιτωλοακαρνανία και την επιστροφή του στη Κεφαλονιά τον Σεπτ. 1944, μαζί με τον ΕΜΣ, όπου συνέβαλε τα μέγιστα στην απελευθέρωση του νησιού.
Όπως μου είχε αφηγηθεί η αδελφή μου Μαρία, ο Άμος Παμπαλόνι της πρότεινε να τον ακολουθήσει, όταν στην Κεφαλονιά ήλθαν, τον Νοέμβριο του 1944, τα ιταλικά πλοία για να μεταφέρουν στην Ιταλία, τους επιζήσαντες φαντάρους από τη σφαγή της Μεραρχίας Aqui. Η Μαρία αρνήθηκε να τον ακολουθήσει για τους εξής λόγους:
α) δεν είχε ακόμη τελειώσει ο πόλεμος,
β) η Μαρία ήταν ένα δραστήριο μέλος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, και δεν έκρινε σκόπιμο να εγκαταλείψει τους συντρόφους της σε εκείνη τη δύσκολη κατάσταση που διαμορφωνόταν τότε, θεωρώντας χρέος της να παραμείνει στη θέση της στην οργάνωση
και γ) δεν ήθελε κατά κανένα τρόπο να δώσει λαβή για σχολιασμό σε βάρος της, αν και τα αισθήματα του λαού της Κεφαλονιάς για τους Ιταλούς φαντάρους και ιδιαίτερα τον Α. Παμπαλόνι, που τον θεωρούσαν ήρωα της αντίστασης, είχαν πλήρως αντιστραφεί από εκείνα στην αρχή της κατοχής.
Ο 'Αμος και η Μαρία συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν αργότερα σε καλύτερες συνθήκες. Ατυχώς, η πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα ύστερα από την Βρετανική επέμβαση και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, υπό την προστασία, την καθοδήγηση και ενίσχυση των Αμερικανών, κατέστησε απαγορευτική μια τέτοια προοπτική
Η Μαρία υπήρξε η πρώτη γυναίκα στην Κεφαλονιά που πιάστηκε για την πολιτική της δράση μετά τη Βάρκιζα, και κλείστηκε στις φυλακές Αργοστολιού για έξη μήνες. Επίσης αργότερα στην Αθήνα το Μάη του 47 πιάστηκε απ' την ασφάλεια, κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ για ένα χρόνο ακόμα, πέρασε στρατοδικείο με κατασκευασμένες κατηγορίες, αλλά τελικά απαλλάχτηκε λόγω αμφιβολιών.
Αναφορικά με τις ομοιότητες στη σχέση Μαρίας και Άμος με εκείνη της Πελαγίας και του λοχαγού Κορέλι στη Νουβέλα του Μπερνιέρ, θέλω να τονίσω ότι ο Μπερνιέρ όπως έπραξε συκοφαντώντας ασύστολα την Εθνική Αντίσταση στο νησί και τις ευγενικές παραδόσεις του Κεφαλλονίτικου Λαού, το ίδιο έπραξε και για τη σχέση Άμος - Μαρίας, που δημιουργήθηκε μέσα στη φωτιά του αντιφασιστικού αγώνα, μετατρέποντάς την σ' ένα ρηχό ψευτορομάντζο.
Η Μαρία στην υπόλοιπη ζωή της συνέχισε την πολιτική της δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, χωρίς ποτέ να παντρευτεί. Παρά τις διώξεις και τους κατατρεγμούς μιας μισαλλόδοξης εξουσίας, ενάντια στην ίδια και την οικογένειά της (ο πατέρας της και τα δυο της αδέρφια κλείστηκαν στα στρατόπεδα και τις εξορίες στην Ικαρία και την Μακρόνησο) κατάφερε να ολοκληρώσει τις Πανεπιστημιακές της σπουδές και να πάρει το δίπλωμά της στην αρχαιολογία. Υπήρξε πολύ δραστήρια γυναίκα, τόσο στον πολιτικό όσο και τον κοινωνικό τομέα. Έκανε πολλούς φίλους, που πάντα την θυμούνται για την ζωντάνια και την ευαισθησία της. Γνώρισε πολλούς Τόπους και Λαούς, ταξιδεύοντας από την Κύπρο ως την Κούβα, και από τη Λίμνη Σαχαλίνη στη Σιβηρία και τη Μόσχα ως την Αίγυπτο, το Σουδάν και το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας στη Νότιο Αφρική και σ' όλες τις χώρες της Ευρώπης. «Οίδεν ανθρώπων άστεα και νόον έγνω». Αφιέρωσε τη ζωή της διδάσκοντας Αρχαία Ελληνικά - Αρχαιολογία - Φιλολογία και Φιλοσοφία στους νεαρούς μαθητές και μαθήτριες της, προσπαθώντας ν' ανοίξει πλατιούς ορίζοντες στη σκέψη τους, δίνοντάς τους παραδείγματα από την ίδια της τη ζωή. Μετά τη μεταπολίτευση το 1974, συνέχισε τη δράση της μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών. Σ' όλη της τη ζωή αγωνίστηκε για την Ειρήνη και τη φιλία των Λαών, για μια δίκαιη κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Η Μ.Σ. πέθανε τον Ιούνιο του 1991 στο διαμέρισμά της στην Αθήνα, από καρδιακή προσβολή στα 72 της χρόνια, μένοντας πιστή στις αρχές, την ιδεολογία και το Κόμμα της το ΚΚΕ, μέχρι την τελευταία της ώρα. Άφησε την τελευταία της πνοή με τον Ριζοσπάστη στο χέρι. Τα οστά της μεταφέρθηκαν στον οικογενειακό τάφο στα Μονοπωλάτα Κεφαλονιάς το 1997.
Αφήνοντας πίσω αυτές τις δύο σημαντικές μαρτυρίες θα επιχειρήσουμε με την σειρά μας και εμείς να ζωντανέψουμε το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συναντήσαμε την Μαρία Σταματάτου.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ιδρύθηκαν οι «Τοπικοί Σπουδαστικοί Σύλλογοι φοιτητών Αθήνας».
Η ενέργεια αυτή κρίθηκε αναγκαία από το κίνημα, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η Χούντα δεν επέτρεπε να διενεργήσουμε εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους ήδη από την 21 Απριλίου 1967, που οι Δικτάτορες κατάργησαν την εκλεγμένη ΕΦΕΕ, και ορισμένα μέλη της από τότε πέρασαν στην παρανομία. Όλοι οι σύλλογοι των επτανησίων φοιτητών συστεγάζονταν στον ίδιο χώρο και μας δινόταν η ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα. Με αυτή την ευκαιρία, μάθαμε τόσα πολλά για την Κεφαλονιά, αυτό το ιδιαίτερο νησί του Ιονίου των αγώνων, της ναυτοσύνης και του πολιτισμού. Αργότερα πτυχιούχοι πλέον, μέσα από τις γραμμές του κόμματος, γνωρίσαμε πέρα από την οικογένεια Σταματάτου, και άλλους σημαντικούς και αγαπημένους σε εμάς Κεφαλονίτες.
Τέτοιος ήταν και ο από καρδιάς φίλος και σύντροφος μας μαθηματικός Διονύσης Γεωργάτος, παλαίμαχος αντιστασιακός και για πολλά χρόνια δεσμώτης, μέλος του Π.Γ του ΚΚΕ. Υπήρξε παντοτινός φίλος του Παμπαλόνι και έζησε, από υπεύθυνη κομματική θέση, τα φοβερά γεγονότα του Σεπτέμβρη του 1943 στην Κεφαλονιά. Πέρασε 21 χρόνια της ζωής του στις φυλακές, στις εξορίες και στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ο Δ. Γ. υπήρξε επικεφαλής της ομάδας Μακρονησιωτών που συνέγραψε το δίτομο ογκώδες έργο «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ».
Σπάραγμα από τις αναμνήσεις για την Κεφαλονιά, που μας κοινώνησε ο σύντροφος Νιόνιος, όταν περιδιαβαίναμε μαζί, τη δεκαετία του ’80, τοπία της Ζακύνθου, ταιριάζει να διασώσουμε σε αυτή μας την μονογραφία. ….
Ήμουνα τόσο νέος, όταν στο κυνηγητό με τους Γερμανούς, κρατούσα με τα δύο μου χέρια δυνατά από την μέσα μεριά του σπιτιού μου το «μάνταλο» του Κεφαλλονίτικου, φυσικά χωρίς γρίλιες, παράθυρου. Απέξω οι εξαγριωμένοι στρατιώτες της Βέρμαχτ, με τα δικά τους χέρια που στάζανε αίμα, προσπαθούσαν επί ματαίω να το ανοίξουν!...
Πάντα με βάραινε το γεγονός, ότι πριν πεθάνει με κάλεσε μέσω οικογενειακών μου προσώπων να τον συναντήσω και εγώ από έλλειψη χρόνου ολιγώρησα.Είχαν όλοι τους παραβρεθεί το 2009 στην κηδεία του Σπύρου Σταματάτου στην Αθήνα, εκεί που εγώ απουσίαζα.
….«Πού είναι ο Νιόνιος;» ρωτούσε και ξαναρωτούσε ανυπόμονα ο Παμπαλόνι, (όταν έφθασε στην Κεφαλονιά) και εννοούσε το φίλο του, τον Διονύση Γεωργάτο. Του εξηγήσαμε ότι ο Νιόνιος αποφάσισε να μην έρθει για να τον αφήσει απερίσπαστο στη δουλειά του, αλλά θα τον συναντήσει στο αεροδρόμιο την Τρίτη (31/10), για να τον κατευοδώσει, όπως είχε κάνει τις προάλλες για να τον καλωσορίσει, και θα του εξηγήσει προσωπικά τους λόγους αυτής της απόφασης...
Πράγματι είχε πολλές ενασχολήσεις και ο Άμος, όπως περιγράφει το συγκινητικό προαναφερθέν ρεπορτάζ, εκτός από το να δώσει συνέντευξη στο τηλεοπτικό συνεργείο του «Μπι Μπι Σι» στο νησί, … να διηγείται πολεμικές, απίστευτες ιστορίες, «για τα καλύτερα του χρόνια», για τους δεκατέσσερις μήνες που πέρασε μαζί με τους αντάρτες στη Στερεά και την επιστροφή στην Κεφαλονιά, με έναν αρχηγό του ΕΛΑΣ, τον Διομήδη, και τον Αστραπόγιαννο… (Ο Γεράσιμος Γρηγοράτος ή Αστραπόγιαννος υπήρξε ο στρατιωτικός Διοικητής Κεφαλονιάς στην κατοχή και σκοτώθηκε στην Παχιά Πούντα της Σάμης μαζί με την αδελφή του Διονυσία, στις 13 Αυγούστου του 1949, στο εμφύλιο.)
« ο ήλιος ακόμα έλουζε το Αργοστόλι κι αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα … Μα σε κάθε βήμα, κυριολεκτικά και χωρίς αφηγηματικές υπερβολές, σε κάθε βήμα, μας σταματούσαν άγνωστοι όλων των ηλικιών (κυρίως νέοι) και ρωτούσαν, ενώ κοιτούσαν με δέος τον ψηλό «έφηβο» των ενενήντα χρόνων «Είναι ο Παμπαλόνι;». Γνέφαμε ναι, και οι άγνωστοι του σφίγγανε το χέρι, άλλοι πιο εκδηλωτικοί τον φιλούσανε εκ μέρους του πατέρα τους, «που έντεκα χρονών το '43 είχε δει με τα μάτια του την τρομερή σφαγή της μεραρχίας "Άκουι"», ένας άλλος εκ μέρους του παππού του «που τον είχε σώσει από την πείνα ο ίδιος ο λοχαγός και αργότερα το είχε ανταποδώσει με το να κρύβει Ιταλούς στρατιώτες σπίτι του και να τους ταΐζει με την μπουκιά που είχε καταφέρει να βρει για τα παιδιά του… Και ένας δάσκαλος με μάτια υγρά θυμόταν ότι «στα Φαρακλάτα, στο σχολείο που διδάσκει ακόμη, οι Ναζί είχαν κλείσει εξακόσιους Ιταλούς που τραγουδούσαν όλη τη νύχτα: "Mama son' tanto felice perche ritorno date". (Μητέρα είμαι τόσο ευτυχισμένος που επιστρέφω κοντά σου). Μα εμείς είχαμε κρυφακούσει τους Γερμανούς και ξέραμε ότι δε θα έβλεπαν την επόμενη αυγή. Και ήταν όλοι τους νέα παιδιά. Και κλαίγαμε όλο το βράδυ».
….συνεχώς τηλεφωνούσε. Δεν ήθελε να ξεχάσει κανέναν. Ούτε τον Διονύση, τον εγγονό του παπά, που τον θείο του τον Αγγελο τον κρέμασαν οι Ναζί, γιατί είχε κρύψει σπίτι του τον Παμπαλόνι, ούτε τον Στέφανο, τον ψαρά, που τον είχε μεταφέρει από την Ιθάκη στην Κεφαλονιά, ούτε τον πρόεδρο της ΠΕΑΕΑ, τον Μάκη Φαρακλό…
Νύχτωσε και επιτέλους φτάσαμε στο Λιθόστρωτο, όταν εντελώς ξαφνικά ο αγέρωχος στρατηγός δεν καταφέρνει να πνίξει τον λυγμό του, ενώ δυο λαμπερά χονδρά δάκρυα κυλούν αβίαστα από τα μάτια του. Γυρίζει στη γυναίκα του - που όπως θα μας εξομολογηθεί αργότερα, μόνο μια φορά τον είδε να κλαίει: τη μέρα που έχασε τη μητέρα του - και της λέει: «Είναι απίστευτο Μαρίζα. Εδώ ήρθαμε ως κατακτητές και αυτοί οι άνθρωποι μας συγχώρεσαν, μας έσωσαν, μας αγάπησαν. Είναι ποτέ δυνατόν να μην ανταποκριθεί κανείς σε τέτοια αισθήματα; Είναι Μαρίζα;». Και η Μαρίζα Παμπαλόνι απαντά «Άμος, θέλω να μου υποσχεθείς κάτι, επιθυμώ εδώ στο Αργοστόλι να τελειώσουμε τη ζωή μας».
Αργότερα στο κέντρο που πήγε για φαγητό….. καταφθάνει με την κιθάρα του, ο σύντροφός του και φίλος του, ο Σπύρος Φωκάς. Φιλιούνται στοργικά και έπειτα ο Φωκάς, για να διασκορπίσει τη φορτισμένη από τη συγκίνηση ατμόσφαιρα, αρχίζει να τραγουδά το φινάλε του «Βαφτιστικού» και μια άρια από τη «Favorita» του Gaetano Donizetti. Φωνή τενόρου, φωνή γλυκιά, βαθιά, μελωδική, αισθαντική, φωνή που το 1962 είχε συνοδέψει την Μαρία Κάλλας στην Τόσκα. Το εστιατόριο μεταμορφώνεται σε μια αυτοσχέδια μικρή λυρική σκηνή. Καταλήγει η Τιτίνα Δανέλλη.
Φέρνοντας στην μνήμη μας όλα τα παραπάνω, μπορούμε να αναρωτηθούμε, για το πως μπόρεσε μια «γλώσσα», στα χέρια του Μπερνιέρ, καθ’ ομολογία, ταλαντούχου συγγραφέα, να κουβαλήσει μια τόσο ολοκληρωτική, διάπυρη και επίμονη μυθοπλαστική απόπειρα αποκαθήλωσης και δαιμονοποίησης κάθε θυσίας για ανώτερα ιδεώδη, κάθε ηρωικής αντιφασιστικής πατριωτικής δράσης.
Όσο λοιπόν θα ζητάμε από την κλεψύδρα του χρόνου να στέκεται γενναιόδωρη και η αναγκαία υπομονή των μελλοντικών αναγνωστών μας θα φαντάζει σε εμάς ορατή, θα συνεχίζουμε και θα τελειώσουμε, έστω μακρηγορώντας, αυτήν τη γραφή.
Όσα βιώσαμε αμέσως μετά την πτώση της χούντας, από τα μέσα, τα πρώτα χρόνια της νομιμοποίησης του κόμματος μετά από την 27χρονη παρανομία, έχουμε πολλά να θυμόμαστε.
Η πρώτη εντύπωση για την Μαρία Σταματάτου, μέσα στην οργάνωση ήταν θετική. Δραστήρια, αεικίνητη, άνθρωπος του κόσμου, υπεράσπιζε τους νέους συντρόφους, όταν φάνταζαν στα μάτια των παλαιοτέρων, «να τα ξέρουν όλα», ενώ είναι λιγότερο έτοιμοι για τον καθημερινό αγώνα. Συγχρόνως, δικαιολογούσε και είχε ένα καλό και θαρραλέο λόγο και για τους μεγαλύτερους που είχαν προσφέρει στο κίνημα τόσα πολλά στο διάβα της ζωής τους, λέγοντας… έχει περάσει η συντρόφισσά τα μύρια όσα - μέσα σε καυτό νερό τη βάλανε για να αποβάλει, όταν είμαστε στις φυλακές Αβέρωφ.
Όσον αφορά την προσωπική της ζωή, ζούσε την εποχή εκείνη μόνη της, σε διαμερίσματα που είχαν το δικό της ιδιαίτερο χρώμα.
Στη Φωκίωνος Νέγρη και προηγουμένως στη Δροσοπούλου, τα έπιπλα της βεράντας, για παράδειγμα, μεταφερμένα στο εσωτερικό του σπιτιού γίνονταν ένα αρμονικό σύνολο με τα κλασικά έπιπλα και πίνακες φίλων ζωγράφων. Αυτήν την «ενότητα των αντιθέτων», αρχίζαμε και εμείς, όχι μόνο απλά, να την αποδεχόμαστε αλλά και να την κάνουμε κτήμα και στιλιστική μας αντίληψη. Μοντέρνες ετερόκλητες ζωγραφικές και κομμάτια περίεργα από ξένους τόπους έδεναν τόσο πολύ με την κλασική κονσόλα της από την αρχοντική οικογένεια Σδρίν της Κεφαλονιάς, μητέρας της Ελευθερίας. Η οικογένεια αυτή, Αυστριακής καταγωγής, ήλθε στην Ελλάδα με τον βασιλιά Όθωνα και από τότε απέκτησε τα βιλαέτια της στην Κεφαλονιά.
Αργότερα, όταν επιστρέψαμε μόνιμα στη Ζάκυνθο, ερχόταν και έμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα μαζί μας. Είχε την συνήθεια, όταν γύριζε από τα ταξίδια της στα τέσσερα σημεία της γης, να έρχεται κοντά μας και να διηγείται με έναν ιδιαίτερο, περίσσιο ίσως, ενθουσιασμό τις εμπειρίες της.
Ιδιαίτερα για τις σοσιαλιστικές χώρες εξέφραζε συναισθήματα στοργής και θαυμασμού. Θυμόμαστε το πώς περιέγραφε αυτά που έζησε γυρίζοντας από τους Ολυμπιακούς αγώνες της Μόσχας το 1980.
Πώς περιέγραφε ακόμη και τα καρότσια με τις σοκολάτες των μοσχοβιτών στα super market της πόλης. Ίσως να μην είχε άδικο, αφού αυτοί οι αγώνες χαρακτηρίστηκαν τότε ως «οι καλύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες του 20ου αιώνα».
Υπήρξε ιδιαίτερα παρορμητική και ενθουσιώδης, ζήτησε η ίδια να μας παντρέψει και αργότερα να βαπτίσει το γιό μας Δημήτρη.
Ακόμη, θυμούνται, με χιούμορ, οι παρευρισκόμενοι στο μυστήριο, την επιμονή της, μέχρι να πετύχει τη θέληση μας , να μπει στο έγγραφο της εκκλησίας το όνομα στη δημοτική γλώσσα, δηλαδή Δημήτρης και όχι Δημήτριος. Ο ιερέας - επί ματαίω – της εξηγούσε, ότι τέτοιο όνομα αγίου δεν υπάρχει. Η λύση δόθηκε αργότερα στο ληξιαρχείο, που μπροστά στις δυσκολίες που ανέκυπταν επαναφέραμε «σεμνά» το Δημήτριος.
Σήμερα θεωρούμε ότι και λίγα έγιναν τότε, αναλογιζόμενοι τα όσα έγιναν κατά την δική της βάπτιση, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο νουνός της, που ήταν κατά λεγόμενά της αναρχικός, ( ίσως ένας αυθεντικός με κάποιες «βάσεις» και θεωρία και όχι νεόκοπος ψευτοαναρχικός που σπάζει βιτρίνες) απαίτησε από τον ιερέα να της δώσει το όνομα «Ανατροπή». Τότε επενέβη η μητέρα της δυναμικά επιβάλλοντας να της δοθεί το όνομα Μαρία!
Στα παιδιά μας είχε ιδιαίτερη αδυναμία και οι συζητήσεις της μαζί τους είχαν πλούσιο παιδαγωγικό, κοινωνικό και ανθρώπινο περιεχόμενο.
Τους περιέγραφε με συγκίνηση την προσπάθεια του πατέρα της, που ήταν δάσκαλος στην Κεφαλονιά, να διαπαιδαγωγήσει και γιατί όχι, να σκληραγωγήσει τα αδέλφια της και την ίδια, ξυπνώντας τους πολύ ενωρίς το πρωί λέγοντας: « σηκωθείτε, όλοι έχουν πάει στα κτήματά τους, ο μανάβης, ο Μπακάλης είναι στη δουλειά τους ….». Χρειάζεται ο άνθρωπος να αντέχει τις κακουχίες ψιθύριζε, και για να εμπεδωθεί το «ρηθέν», κατέβαζε από το πατάρι και μας έδειχνε το καφέ σπαστό ράντζο που έπαιρνε ο πατέρας της όταν τον παίρνανε για την εξορία.
Προσωπικά η σχέση μου με την Μαρία μπορεί να μη γνώριζε την ανία της επανάληψης αλλά δεν υπήρξε πάντοτε ανέφελη και αδιατάραχτη.
Ίσως γι’ αυτό η αγαπημένη, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ ορίζει: «Την μοναξιά του θνητού δεν μπορείς να την μοιραστείς με κανένα, όση φιλία και κατανόηση να σου έχουν δείξει οι άνθρωποι.»
Το γεγονός αυτό χρωμάτισε και τις δικές μας μνήμες. Ήταν, στις μικρές ώρες της νύκτας, όταν την φιλοξενούσαμε στην Ζάκυνθο, που ανήσυχη μας εξομολογήθηκε ότι δεν αισθάνεται καλά. Όταν την ακούσαμε δε να μονολογεί ότι και η μητέρα της πέθανε από ισχαιμικό επεισόδιο, με μια πραγματική «καταδρομική» ενέργεια, και παρά τις αντιρρήσεις της, την οδηγήσαμε στο νοσοκομείο και τότε απέφυγε το μοιραίο.
Γενικά, ήταν άνθρωπος και χαρακτήρας ιδιαίτερης αντοχής, γι’ αυτό ίσως δεν ομολογούσε την ηλικία της.
Είχαμε, διαβεί τον ποταμό Καλαμά και ανηφορίζαμε για τα Γιάννενα. Η αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού εκείνου μας ανάγκαζε να σταματάμε κάθε τόσο στην άκρη του δρόμου, προκειμένου να κρυώνει η μηχανή του γερασμένου μας αυτοκινήτου. Ήταν ανήσυχη και παρ’ όλο που κάνοντας εμείς την ανάγκη φιλοτιμία και της εξηγούσαμε ότι το αμάξι αυτό είναι αξιόπιστο διότι είναι εγγλέζικο TRIUMPH, δεν πείστηκε. Κάθισε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα και μας είπε: εδώ θα αφήσω τα κοκαλάκια μου.
Ωστόσο, ακόμη και στα πλαίσια αυτής της «φωτοσκίασης» που είχε η σχέση μας, η ίδια μας αποζημίωνε με αστεία και διηγήσεις από τις οποίες ξεχείλιζε ένα ξεχωριστό χιούμορ, που μας έκανε όλους παιδιά.
Είναι και σήμερα ολοζώντανες μπροστά μας, για παράδειγμα, οι έντονες περιγραφές για τα «κομμάτια», όπως τα έλεγε που συνέβαιναν στο ιδιωτικό σχολείο που εργαζόταν λίγα χρόνια πριν συνταξιοδοτηθεί.Εκεί συνέρρεαν και εκπαιδευτικοί που δεν τους διόριζαν στο δημόσιο, διότι ήταν ανήμποροι να εξασφαλίσουν το περίφημο «χαρτί» των κοινωνικών φρονημάτων.Παράλληλα, εύρισκαν «στοργή», και μαθητές από άλλα σχολεία οι οποίοι είχαν απουσίες και αποβολές.Στην πρωινή προσευχή λοιπόν, όπως μας περιέγραφε η Μαρία, ο συμπαθής αυτός Ζακυνθινός σχολάρχης, αναφωνούσε προς τους συγκεντρωμένους μαθητές του: Θέλω τάξη, και όταν λέω τάξη εννοώ τάξη ηθική! Χριστίνα χρωστάς τέσσερες μήνες, εσύ Κώστα έχεις να πληρώσεις έξι μήνες …… και συνέχιζε τον κατάλογο.
Η Μαρία όντας πολιτικά «χαρακτηρισμένη» δεν μπόρεσε να διοριστεί στο δημόσιο και δίδαξε στο εξωτερικό και σε ιδιωτικά σχολεία στην Ελλάδα. Εργάστηκε σε μια σειρά χώρες, στην Κύπρο, στο Σουδάν και στην Αίγυπτο στο περίφημο «Αβερώφειο Λύκειο».
Ο αδελφός της Σπύρος, όπως βιογραφείται, τον Οκτώβρη του 1941 μαθητής Γυμνασίου στο Αργοστόλι πήρε μέρος στην εξέγερση ενάντια στην προσπάθεια των Ιταλών κατακτητών να φασιστικοποιήσουν τη Μέση Εκπαίδευση.
Αγωνίστηκε μέσα από την ΕΠΟΝ και αμέσως μετά την απελευθέρωση γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Ακολουθούν Ικαρία και Μακρόνησος – 5,5 χρόνια μακριά από το σπίτι του και τις σπουδές του. Από το 1957 εργάστηκε ως υπομηχανικός, για 30 χρόνια στο Τεχνικό Γραφείο Δοξιάδη και πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Σωματείου Εργαζομένων. Εργάστηκε στο Ιράκ, Σουδάν, Νιγηρία και Ζάμπια.
Υπεύθυνος στον καλλιτεχνικό τομέα της ΠΕΑΦΕ, δημιούργησε καλλιτεχνικά πλακάτ, που απεικονίζουν όλες τις μορφές και τις εποχές της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου.
Άξια στάθηκαν μαζί του η γυναίκα του Μυρτώ και η κόρη του, Άλκη. Η Μυρτώ ανήκε και η ίδια σε μια ιδιαίτερη οικογένεια. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής στο Πολυτεχνείο και η μητέρα της Ισαβέλλα από τις πρώτες φοιτήτριες της Γυμναστικής Ακαδημίας και της Φαρμακευτικής. Η κ. Ισαβέλλα έζησε πάνω από έναν αιώνα και ένα μεγάλο μέρος στο τέλος της ζωής της στο σπίτι του Σπύρου και της Μυρτώς. Μαζί της διέμενε και η αδελφή της Μαργαρίτα Κωτσάκη, εκπαιδευτικός, ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ.
Η Μαργαρίτα υπήρξε μια ευγενική μορφή, έζησε ζωή μνημειώδη γεμάτη θυσίες και αγώνες. Πέρασε συνολικά 27 χρόνια σε φυλακές και εξορίες, και καταδικάστηκε δις σε θάνατο. Η Μυρτώ, κρατάει ακόμη το διοριστήριό της ως εκπαιδευτικού, ενώ η ίδια ήταν φυλακή! Που να φανταζόταν ό άντρας της ο ζωγράφος Γιώργος Κωτσάκης όταν από μικρή, στις αρχές του αιώνα, την μύησε στις κομουνιστικές ιδέες, σε τι περιπέτεια ήθελε στροβιλιστεί η ζωή της.
Όταν τον Απρίλη του 2016, εκπλήρωσα την από χρόνια επιθυμία μου να περπατήσω στα Άγραφα, μετά το Σούλι και την Μάνη που ήδη είχα επισκεφτεί, μελετώντας για την περίσταση την ιστορία της κλεφτουριάς (Κατσαντώνη, Καραϊσκάκη…) έφερνα στο νου μου την συνεχή δράση της Μ. Κ. και πολλών άλλων βέβαια στο αντάρτικο της Στερεάς Ελλάδας. Αυτή ανέβασε από την Αθήνα στο βουνό τον Χαρίλαο Φλωράκη στο εμφύλιο, γι’ αυτό όπως διηγείτο η ανιψιά της η Μυρτώ, ο ίδιος την αποκαλούσε ξαδέλφισσα.
Ο μεγαλύτερος αδελφός της Μαρίας, Άγγελος Σταματάτος, από τα είκοσι του χρόνια επίσης μπήκε από τους πρώτους στην ΕΠΟΝ και πήρε μέρος στις αντιφασιστικές διαδηλώσεις των μαθητών του Αργοστολίου. Στα γυμνάσια οι μαθητές, έκαιγαν Ιταλικές σημαίες και τις φωτογραφίες του Μουσολίνι, ενώ ήταν περικυκλωμένοι από τους Ιταλούς καραμπινιέρους!
Οι Γερμανοί τον καταζητούν και την Άνοιξη του 1944 θα περάσει στην Ρούμελη στο 2/39 σύνταγμα του ΕΛΑΣ, του θρυλικού αντισυνταγματάρχη Αρέθα. Συμμετέχει σε πολλές μάχες καθώς και στην επική μάχη κλειδί, της Αμφιλοχίας, του ΕΛΑΣ εναντίον των Γερμανών υπό τον στρατηγό Αυγερόπουλο.
Μετά την απελευθέρωση συμμετέχει στο φοιτητικό κίνημα του Πολυτεχνείου και το 1946 θα συλληφθεί και θα σταλεί εξορία στην Ικαρία κι’ από εκεί στο κολαστήριο της Μακρονήσου μέχρι τα τέλη του 1950.
Ο Άγγελος τελικά μετά την αποφοίτησή του από το τμήμα Μεταλλειολόγων του ΕΜΠ θα συνεχίσει την έρευνα και θα γίνει επιμελητής στο Πολυτεχνείο. Έκανε μελέτες για τον ορυκτό πλούτο και την αξιοποίηση των γεωφυσικών θερμοδυναμικών δυνατοτήτων της χώρας. Υλικό το οποίο αργότερα διέθετε ευχαρίστως για αξιοποίηση του από το λαϊκό κίνημα και το Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ) στα οποία και συμμετείχε. Υπήρξε πάντοτε ένας δραστήριος και δημιουργικός άνθρωπος που υπερασπίστηκε με υπερηφάνεια τα ιδανικά του.
Διατηρούσε κτήμα με φιστικιές στην Αίγινα όπου του άρεσε να μένει κατά διαστήματα με την προοδευτική επίσης γυναίκα του Φρανς.
Η οικογένεια Σταματάτου, από την κοινότητα Μονοπωλάτων της Κεφαλονιάς, με έντονη εσωτερική αλήθεια πρόσφερε θυσίες και αίμα για τη λευτεριά, την προκοπή του λαού μας, για τα ιδανικά του ΚΚΕ και του σοσιαλισμού.
Ο δάσκαλος Λεωνίδας, στέλεχος του ΕΑΜ βρέθηκε μαζί με τα παιδιά του Σπύρο, Άγγελο και Μαρία, σε διωγμό, φυλακές και εξορίες στην Ικαρία και Μακρονήσι.
Η μητέρα Ελευθερία συμπαραστάθηκε και στήριξε την οικογένεια την εποχή των διώξεων. Στο σπίτι της περιέθαλψε παθόντες και καταδιωγμένους. Υπέστη βάρβαρους προπηλακισμούς και διώξεις από το καθεστώς της μισαλλοδοξίας.
Από τα πρωτοξάδελφα επίσης του Σπύρου, ο Βαγγέλης και ο Νίκος Σταματάτος στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και στον εμφύλιο, αντίστοιχα, έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα.
Η Αννα και Μαργιολένη Σταματάτου αγρότισσες, μάνα και αδελφή του Βαγγέλη και του Νίκου πήραν μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Στο σπίτι τους περιέθαλψαν πλήθος καταδιωκόμενων. Για τη δράση τους δικάστηκαν και φυλακίστηκαν για 12 χρόνια στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ.
Οι Σταματαταίοι που γνωρίσαμε, με συνέπεια συνέχισαν τον αγώνα, πάντα μέσα στις κατευθύνσεις του κόμματος, συνδέοντας το παρελθόν με τους καθημερινούς κοινωνικούς αγώνες, μέχρι το θάνατό τους.
Υπήρξαν άνθρωποι του κόσμου που πάντοτε τους περίσσευε ένα χαμόγελο συγκατάβασης, καλοσύνης και αισιοδοξίας.
Εμείς, με την σειρά μας που δεν εννοούσαμε να λαφυραγωγούμε το παρελθόν, ορίζαμε την δική μας ταξιθεσία στα πράγματα.
Να ήταν αυτό, ένας από τους λόγους που η φιλία μας με τους Σταματαταίους, στάθηκε μακρόχρονη, ζωντανή και ιδεολογικά ξάστερη;
«Ανάξιος όποιος στο σεισμό, το χαλασμό
κάστρο τη γνώμη του δεν χτίζει
και λέει: να ιδώ».



