ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Άξιον Εστί». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Άξιον Εστί». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Οδυσσέας Ελύτης: Πώς η φρίκη του Αλβανικού Μετώπου Γέννησε το «Άξιον Εστί»

Από τη λάσπη του Τεπελενίου και το επιστημονικό «θαύμα» της επιβίωσής του από τον τύφο, μέχρι τη θυσία του φίλου του, Γιώργου Σαραντάρη. Η συγκλονιστική ιστορία του Ανθυπολοχαγού που μετέτρεψε το τραύμα του πολέμου σε παγκόσμιο πνευματικό φως.

Πώς μετατρέπεται η φρίκη του πολέμου σε παγκόσμιο πνευματικό κτήμα; 
Για τον Οδυσσέα Αλεπουδέλη, τον νεαρό αστό που η παγκόσμια λογοτεχνία θα μάθαινε ως Οδυσσέα Ελύτη, το Αλβανικό Μέτωπο του 1940-1941 δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική θητεία. Ήταν μια βίαιη, μεταφυσική γέννηση.

Ήταν η βαθιά υπαρξιακή τομή που γέννησε το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» και, τελικά, το μνημειώδες «Άξιον Εστί», το οποίο τον οδήγησε στην ύψιστη τιμή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979.

Από «χαλασμένο παιδί της Αθήνας», στην πρώτη γραμμή του πυρός

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Ελύτης κατατάσσεται ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου του Α’ Σώματος Στρατού. Πολύ σύντομα, οι ανέσεις της αθηναϊκής πνευματικής ζωής δίνουν τη θέση τους στη λάσπη, το δριμύ ψύχος και τον θάνατο.

Η εμπειρία αυτή λειτούργησε ως καταλύτης, μετατοπίζοντάς τον από το «εγώ» στο «εμείς». Όπως εξομολογήθηκε χρόνια αργότερα, το 1965, σε μια ιστορική συνέντευξή του στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική»:

«Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας; 
Με κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στο πρόσωπο των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν’ αναδύσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου»


Η μάχη με τον τύφο και η επιβίωση που ξεπέρασε την Ιατρική

Τον Φεβρουάριο του 1941, ο Ελύτης έρχεται αντιμέτωπος με έναν εξίσου αμείλικτο εχθρό: τον βαρύ κοιλιακό τύφο. Τα μολυσμένα νερά που έπιναν οι φαντάροι ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών τον καθηλώνουν. Με σαράντα πυρετό, χρειάστηκε να κάνει τρία μερόνυχτα οδοιπορίας με τα πόδια και με ζώο για να διακομιστεί στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων.

Εκεί, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά και με τους γιατρούς να θεωρούν τον θάνατό του βέβαιο, ο ποιητής επιδεικνύει μια πρωτοφανή πνευματική αντίσταση. «Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου», θα γράψει χαρακτηριστικά.

Αρνείται να μεταφερθεί στον θάλαμο των ετοιμοθανάτων και αρνείται να εξομολογηθεί.
 Όταν ξεκινά η γερμανική εισβολή, οι νοσοκόμοι τρέχουν στα καταφύγια κι εκείνος μένει κατάμονος σε έναν έρημο θάλαμο, γεμάτος πληγές από την ακινησία, με τα παράθυρα ανοιχτά για να μην σπάσουν τα τζάμια από το ωστικό κύμα των βομβαρδισμών.

Η επιστροφή του στην Αθήνα ήταν μια πραγματική οδύσσεια.
 Καθηλωμένος σε ένα φορείο μέσα σε φορτηγό, η φάλαγγά του βομβαρδίζεται οκτώ φορές από τα γερμανικά Στούκας. 
Στο Αγρίνιο τον εγκαταλείπουν σε ένα πεζούλι, πριν τον σώσει μια εθελόντρια νοσοκόμος, σέρνοντάς τον στο υπόγειο μιας καπναποθήκης. 
Όταν έφτασε στην Αθήνα, οι γιατροί έτριβαν τα μάτια τους: επιστημονικά, η παραμικρή μετακίνηση θα έπρεπε να του είχε προκαλέσει θανάσιμη εντερορραγία.

Η επιστροφή στην κατεχόμενη Αθήνα φέρνει ένα βαρύ πένθος, το οποίο θα σφραγίσει την ποίησή του.
Ο στενός του φίλος, ο σπουδαίος ποιητής Γιώργος Σαραντάρης, επιστρατεύεται επίσης στην πρώτη γραμμή, αλλά δεν αντέχει τις κακουχίες. Μεταφέρεται βαριά άρρωστος στην Αθήνα και πεθαίνει πρόωρα το 1941.

Ο Σαραντάρης γίνεται ο συμβολικός πυρήνας για το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (1945). Ο Ελύτης ηρωοποιεί τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, επειδή, όπως σημειώνει, «λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωναν οι ανθυπολοχαγοί».

Στο ποίημα, ο θάνατος του Ανθυπολοχαγού δεν είναι το τέλος, αλλά μια μεταμόρφωση: ο ήρωας ανασταίνεται μέσα στο φως, ενσαρκώνοντας την ελευθερία που ξαναγεννιέται μέσα από τα ερείπια.

«Το Άξιον Εστί»:

Όλη αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία—η λάσπη, ο τύφος, η λάμψη των φαντάρων, ο χαμός του Σαραντάρη—βρήκε την απόλυτη δικαίωσή της το 1959 με την έκδοση του «Άξιον Εστί». 
Το έργο αυτό δεν είναι ένα απλό χρονικό πολέμου, αλλά μια κοσμική Λειτουργία που παραλληλίζει τα πάθη του ανθρώπου και του έθνους με τη χριστιανική παράδοση.
Όταν το 1979 η Σουηδική Ακαδημία απένειμε στον Οδυσσέα Ελύτη το Βραβείο Νόμπελ, ουσιαστικά βράβευσε αυτή την ικανότητα: να μεταμορφώνεις την προσωπική και εθνική τραγωδία σε οικουμενικό, διαχρονικό φως. 
Ο Ανθυπολοχαγός Αλεπουδέλης είχε νικήσει τον θάνατο στα βουνά της Αλβανίας, χαρίζοντας στην παγκόσμια λογοτεχνία ένα αθάνατο μνημείο ανθρωπιάς.
Η πρώτη παρουσίαση του Άξιον Εστί του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1964.
Πρόκειται ασφαλώς για ένα από τα σπουδαιότερα και γνωστότερα έργα της Ελληνικής μουσικής που χάρισε στο Νεοελληνικό Πολιτισμό ένα από τα πλέον αξιομνημόνευτα αριστουργήματά του. Αναντίρρητα κατά τις τελευταίες δεκαετίες το Άξιον Εστί έχει εδραιωθεί πλήρως στη συνείδηση, στο μυαλό και στην καρδιά του κόσμου και συνεπώς στην ιστορία της μουσικής μας. 
Όμως εκείνα τα χρόνια τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα, μολονότι ο Μίκης Θεοδωράκης είχε ήδη δώσει κάποια από τα πλέον εμβληματικά έργα του όπως τον Επιτάφιο, την Πολιτεία Α΄και Β’, την Όμορφη Πόλη, τη Μαγική Πόλη, το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού, το Αρχιπέλαγος, κ.ά. 
Το Άξιον Εστί ήταν κάτι καινούργιο, ένα λαϊκό ορατόριο όπως χαρακτηρίστηκε, και προκάλεσε πολλές αντιδράσεις. 
Σημειωτέον ότι ο αρχικός σκοπός των δημιουργών Μίκη Θεοδωράκη και Οδυσσέα Ελύτη ήταν να παρουσιαστεί το έργο στο Ηρώδειο αλλά σύμφωνα με την κυβέρνηση “η παρουσία Μπιθικώτση θεωρείται ανάρμοστη με την ιερότητα του χώρου”. 
Ο Μπιθικώτσης είχε ήδη δώσει μνημειώδεις και ασύγκριτες ερμηνείες, που χαρακτηρίζονται πλέον ως ιστορικές, σε έργα άλλων ποιητών όπως του νομπελίστα (την προηγούμενη χρονιά 1963) Γ. Σεφέρη, του Γ. Ρίτσου, του Δ. Χριστοδούλου, του Τ. Λειβαδίτη, του Κ. Βάρναλη κ.α.
 αλλά οι συντηρητικοί κύκλοι της εποχής ήταν ανένδοτοι και έβρισκαν κάθε λογής αστεία δικαιολογία για να κλείσουν το δρόμο προς το Ηρώδειο στο Άξιον Εστί. 
Συνάγεται ξεκάθαρα από τα ανωτέρω ότι αυτό που θεωρείται στην εποχή μας ως δεδομένο και έχει αναγνωριστεί πέραν πάσης αμφιβολίας, εν έτει 1964 δεν ήταν καθόλου αποδεκτό. Συντηρητισμός μαζί με κομματικά-εμφυλιοπολεμικά στερεότυπα, συν τις γενικότερες πολιτικοοικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, όχι μόνο δεν αναγνώρισαν την αξία ενός έργου, που θεωρείται κλασικό, αλλά προέβησαν σε λοιδορίες κατά των δημιουργών Ελύτη και Θεοδωράκη και σε απαξιωτικά σχόλια εις βάρος των υπολοίπων.
 Ο λαός βέβαια αποδέχτηκε γρήγορα το έργο αφού ο ομώνυμος δίσκος σημείωσε εντυπωσιακές πωλήσεις και τα τραγούδια αγαπήθηκαν όσο ελάχιστα ενώ και η γενικότερη καλλιτεχνική κριτική των επόμενων χρόνων το κατέταξε σε δυσθεώρητα ύψη. Σήμερα, μισό αιώνα και βάλε μετά, φαίνονται ίσως αδιανόητα τα αρνητικά σχόλια για ένα τέτοιο αριστούργημα που εύκολα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα κορυφαία του Νεοελληνικού Πολιτισμού.