ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ ΜΟΥ -ΚΟΙΤΑΞΟΥ ΤΙ ΥΙΟΘΕΤΕΙΣ- ΜΗΠΩΣ ΣΕ ΚΑΝΑΝΕ ΦΑΣΙΣΤΑ ?!!

«Έντιμε άνθρωπε, κυρ-Παντελή…»




Η σκηνή του λιν­τσα­ρί­σμα­τος στην Ομό­νοια είναι ο κα­θρέ­φτης του κοι­νω­νι­κού εκ­βαρ­βα­ρι­σμού που ζούμε. Είναι ο φα­σι­σμός της δι­πλα­νής πόρ­τας, αυτός που κρύ­βε­ται πίσω από το προ­σω­πείο του «ήσυ­χου νοι­κο­κύ­ρη», του καλού οι­κο­γε­νειάρ­χη, του «κυρ-Πα­ντε­λή» του 21ου αιώνα που συ­νε­χί­ζει να ζει βου­τηγ­μέ­νος στις μι­κρο­α­στι­κές του αυ­τα­πά­τες.

Η αυ­τα­πά­τη του μι­κρο­α­στού ότι μπο­ρεί κά­πο­τε να γίνει με­γα­λο­α­στός, ότι μπο­ρεί να πλου­τί­σει μέσα σε ένα σύ­στη­μα εξ’ ορι­σμού άδικο, τον οδη­γεί στη θε­ο­ποί­η­ση του ατο­μι­κού του πλού­του, της όποιας μι­κρό­τε­ρης ή με­γα­λύ­τε­ρης ατο­μι­κής ιδιο­κτη­σί­ας. Πάνω σε αυτό το έδα­φος ανα­πτύσ­σε­ται ο ατο­μι­κι­σμός, η ιδιο­τέ­λεια, η πε­ρι­φρό­νη­ση για την αν­θρώ­πι­νη ζωή και αξιο­πρέ­πεια και η ανύ­ψω­ση της ιδιο­κτη­σί­ας σε μέ­γι­στο αγαθό.

Στο «θερ­μο­κή­πιο» του κα­πι­τα­λι­σμού όπου ευ­δο­κι­μούν οι «κυρ-Πα­ντε­λή­δες» είναι διά­σπαρ­τες οι ρίζες του φα­σι­σμού. Ο μι­κρο­α­στός βρί­σκει στο φα­σι­σμό το αντί­δο­το απέ­να­ντι σε οτι­δή­πο­τε- και οποιον­δή­πο­τε- απει­λεί τις επί­πλα­στες αυ­τα­πά­τες του. Έτσι τρέ­φε­ται η απα­ξί­ω­ση και συχνά το μίσος απέ­να­ντι στους ερ­γα­ζό­με­νους που αγω­νί­ζο­νται για δι­καιώ­μα­τα, στους απερ­γούς, στους δια­δη­λω­τές, στους πρό­σφυ­γες και τους με­τα­νά­στες, σε κοι­νω­νι­κά πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­μέ­νες ομά­δες αν­θρώ­πων, σε όσους ξε­φεύ­γουν από τα στε­ρε­ό­τυ­πα που έχουν δη­μιουρ­γη­θεί στο πλαί­σιο της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας.


«Μια δια­κή­ρυ­ξη ενά­ντια στο φα­σι­σμό δεν μπο­ρεί να έχει ίχνος ει­λι­κρί­νειας, όταν μέ­νουν ανέ­πα­φες οι κοι­νω­νι­κές κα­τα­στά­σεις, που τον πα­ρά­γουν σαν φυ­σι­κή ανα­γκαιό­τη­τα. Όποιος δε θέλει να εγκα­τα­λεί­ψει την ατο­μι­κή ιδιο­κτη­σία στα μέσα πα­ρα­γω­γής, όχι μο­νά­χα δε θ’ απαλ­λα­γεί από το φα­σι­σμό, αλλά θα τον χρειά­ζε­ται»
                                                     – Μπ. Μπρε­χτ, Για τον φα­σι­σμό και τον πό­λε­μο.

       Ο φα­σι­σμός του «κυρ-Πα­ντε­λή» είναι μα­κράν ο πιο επι­κίν­δυ­νος, ο πιο δη­λη­τη­ριώ­δης. Κι’ αυτό γιατί κα­λύ­πτε­ται πίσω από το πέπλο της υπο­κρι­σί­ας και της νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νης. Ο ευ­σε­βής «κυρ-Πα­ντε­λής» που σταυ­ρο­κο­πιέ­ται το πρωί της Κυ­ρια­κής στην εκ­κλη­σία είναι ο ίδιος που το βράδυ επι­κρο­τεί από τον κα­να­πέ του σπι­τιού του τον ξυ­λο­δαρ­μό με­τα­νά­στη από νε­ο­να­ζί χρυ­σαυ­γί­τες: «Καλά του έκα­ναν! Να φύ­γουν να παν στη χώρα τους!» μουρ­μου­ρί­ζει χαι­ρέ­κα­κα. Είναι ο ίδιος «κυρ-Πα­ντε­λής» που θα πα­ρα­μεί­νει άπρα­γος και απα­θής στη θέα ενός άγριου λιν­τσα­ρί­σμα­τος, ενώ λίγα λεπτά αρ­γό­τε­ρα θα βγει λα­λί­στα­τος στα δελ­τία ει­δή­σε­ων, ως «αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας», να πε­ρι­γρά­ψει με κάθε λε­πτο­μέ­ρεια όσα είδε.

Για να επα­νέλ­θου­με όμως στην ουσία: Πηγή του κοι­νω­νι­κού εκ­βαρ­βα­ρι­σμού και του μι­κρο­α­στι­κού φα­σι­σμού δεν είναι άλλη από το ίδιο το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα. Ο εκ­φα­σι­σμός της κοι­νω­νί­ας γεν­νιέ­ται και ανα­πα­ρά­γε­ται από την ανά­γκη του κα­πι­τα­λι­σμού να δια­τη­ρή­σει «μα­ντρω­μέ­να» τα μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα, τους «κυρ-Πα­ντε­λή­δες».

Η ανα­γω­γή της ατο­μι­κής ιδιο­κτη­σί­ας σε απα­ρα­βί­α­στο αγαθό που πρέ­πει να προ­στα­τευ­τεί με κάθε κό­στος πάει χέ­ρι-χέ­ρι με την ανά­πτυ­ξη φα­σι­στι­κών αντι­λή­ψε­ων. Έτσι ο «κυρ-Πα­ντε­λής», ο κάθε μι­κρο­α­στός που ζει και ανα­πνέ­ει για την κοι­νω­νι­κή-τα­ξι­κή του ανα­βάθ­μι­ση, γί­νε­ται ο κα­λύ­τε­ρος θε­μα­το­φύ­λα­κας του σά­πιου κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος και ταυ­τό­χρο­να νε­κρο­θά­φτης του μέλ­λο­ντος των παι­διών του.

Μέχρι, λοι­πόν, να γκρε­μι­στεί μιας δια πα­ντός, από την ορ­γα­νω­μέ­νη πάλη του ερ­γα­ζό­με­νου λαού, το σύ­στη­μα που γεννά και ανα­πα­ρά­γει «κυρ-Πα­ντε­λή­δες», σκη­νές βαρ­βα­ρό­τη­τας όπως αυτή στην Ομό­νοια θα απο­τε­λούν ανα­πό­σπα­στο μέρος της ανυ­πό­φο­ρης, θλι­βε­ρής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας μιας κοι­νω­νί­ας σε προ­χω­ρη­μέ­νη σήψη.
_______________________________­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­_­__
του Νίκου Μότ­τα