ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

594657

TRANSLATE

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

ΣΑΤΙΡΑ ΤΟΥ παπά ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΟΥΤΟΥΖΗ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΓΙΟΛΙΚΙΑ την ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΙΩΝ

Dionisis Vitsos 

ΣΑΤΙΡΑ ΤΟΥ παπά ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΟΥΤΟΥΖΗ κατά του παπά ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΓΚΛΑΒΑ,
που την ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΙΩΝ έκανε ΜΑΓΙΟΛΙΚΙΑ
.
Η ιστορία λαμβάνει χώρα κατά την λειτουργία των Θεοφανίων, όπου κατά το ζακυνθινό έθιμο ο παπάς «βαφτίζει» σε αγιασμό νεράντζια, που του φέρνουν οι πιστοί, τα οποία παίρνουν σπίτι και τα φυλάνε μέχρι την Καθαρά Δευτέρα, οπότε τα στίβουν και πίνουν το ζουμί τους.
Η ημέρα των Θεοφανίων, είναι κατά την ιταλική και επτανησιακή παράδοση η ημέρα που οι λαϊκές μάγισσες κάνουν τα μαγικά τους.
Στην Ιταλία υπάρχει αυτήν την ημέρα το λαογραφικό έθιμο της befana, λέξη που βγαίνει από την ελληνική Επιφάνεια.
Στο ποίημα αυτό ο ιερέας, μεγάλος ζωγράφος και σατιρικός ποιητής ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ σατιρίζει στο πρόσωπό του συναδέλφου του ιερέα ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΓΚΛΑΒΑ την συνέργεια ορθοδόξων ιερέων με γυναίκες του λαού σε μαγγανείες που έκαναν οι τελευταίες την ημέρα των Επιφανίων/Θεοφανίων/Φώτων. 
Παράλληλα καυτηριάζει γενικότερα την έλλειψη παιδείας στους ιερείς και τον έκλυτο βίο τους.
Η ιστορία λαμβάνει χώρα κατά την λειτουργία των Θεοφανείων, όπου κατά το ζακυνθινό έθιμο ο παπάς «βαφτίζει» σε αγιασμό νεράντζια, που του φέρνουν οι πιστοί, τα οποία παίρνουν σπίτι και τα φυλάνε μέχρι την Καθαρά Δευτέρα που τα στίβουν και πίνουν το ζουμί τους.

Αποτελεί πλέον έθιμο/αντέτι να ανεβάζουμε κάθε χρόνο στη γιορτή των Φώτων, την σάτιρα του ζακυνθίου ιερωμένου, ζωγράφου και σατιρικού ποιητή Νικολάου Κουτούζη,

«Τα τρία νεράντζια», που γράφτηκε για τα Φώτα του 1787.
Ο διάσημος περιηγητής και συγγραφέας Πέτρος Αυγουστίνος Γκυς (1721-1799) μιλάει για τα «τρία νεράντζια» στο ημερολόγιό του. 
Ο Γκυς σημειώνει ότι η σάτιρα έγινε ανάρπαστη όταν παρουσιάστηκε (la piece qu’on s’arrachait des mains…).
Στόχοι της σάτιρας είναι η διαφθορά της εκκλησίας, η ξεδιαντροπιά παπάδων και καλογριών, η αγραμματοσύνη και η θρησκοληψία του λαού και τα μαγιολίκια που επί χρήμασι κάνουν πολλοί παπάδες, όπως ο ήρωας του ποιήματος!

Η γνώμη του ιστορικού Σπυρίδωνος Δε Βιάζη είναι ότι τα «Τρία νεράντζια» είναι «αριστούργημα στο είδος» τους.

Η σάτιρα κυκλοφόρησε αρχικά χειρόγραφη από χέρι σε χέρι.
Ο Φαίδων Μπουμπουλίδης την πρωτοδημοσίευσε περικομμένη (παραλείπει 119 στίχους) και εξαγνισμένη: Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τ.Β΄.

Ο Ντίνος Κονόμος ακολούθησε, αυστηρότερος (παραλείπει 139 στίχους: Ντίνος Κονόμος, Νικολός Κουτούζης).
Κανείς μελετητής του Κουτούζη δεν τόλμησε να τη φέρει στο φως.

Για πρώτη φορά τη δημοσιεύσαμε, μαζί με άλλες του Ν. Κουτούζη, το 1988 στο περιοδικό «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ», σε αφιέρωμα για τον Νικόλαο Κουτούζη, προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις, κυρίως από εκείνους που δεν είχαν τολμήσει να τη δημοσιεύσουν οι ίδιοι. 
Η δημοσίευση έγινε από τον λεγόμενο κώδικα Μαρίνου, ένα τετράδιο δηλαδή με αντιγραμμένες προσεισμικά τις σάτιρες από τον ζακύνθιο φιλόλογο και μελετητή Παναγιώτη Μαρίνο, από τα χειρόγραφα που φυλάσσονταν στην Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου και που κάηκαν στους σεισμούς του 1953. 
Το τετράδιο μας παρέδωσε μετά το θάνατό του ο τότε γαμβρός του, γνωστός συγγραφέας κ. Φίλιππος Δρακονταειδής Philip Dracodaidis .
ΙΚΟΛΑΟΥ ΚΟΥΤΟΥΖΗ(1742-1813): «ΤΑ ΤΡΙΑ ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ»
ΒΩΜΟΛΟΧΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ για τα «ΦΩΤΑ», ΖΑΚΥΝΘΟΣ 1787

Στο χωρίο Γαητάνι
Εβουλήθηκε[θέλησε] να κάνη
ο Παπάς Γκλαβάς Ματθαίος
ωσάν άνθρωπος σπουδαίος
ένα πράμα ο στολισμένος
ως εστάθη ορμηνεμένος[παρακινούμενος]
από κάποιες τεχνεμένες[επιδέξιες]
γυναικούλες διαβασμένες
στες διάφορες γιατρείες
και εις τες μαντολογίες[μαντικές]
λέγοντάς του: «του Φωτώνε,
τη γιορτή των Χριστιανώνε,
Δέσποτα λάβ’ ένα κόπο,
μα πνευματικώ τω τρόπω,
ήγουν[δηλαδή] όταν θα βαπτίσης
τον Σταυρόν, να μας βουτήσης
παρευθύς νεράντζια τρία
να έχωμέ τα για γιατρεία
εις σε θέρμες[ελονοσίες] κι αρρωστίες
και εις σε κεφαλαλγίες.

Κι όσοι λάχουν[τύχουν] μαγεμένοι
κι απ’ αγάπη[έρωτα] σκοτισμένοι
και τες νύχτες παρατρέχουν
Και ανάπαυσιν δεν έχουν
απ’ αυτά αν ποτισθώσι
έχουν να ωφεληθώσι.

Κι όσους άνδρας αποδέσουν[τους κάνουν με μάγια σεξουαλικά ανίκανους]
ή και να τους γοητεύσουν[μαγέζουν]
εις τα σκέλη αν αχνιστούνε[με ατμό]
απ’ αυτά θε να λυθούνε.

Κι όσοι είναι λοχεμένοι
κι από ξωτικά βλαμμένοι
κι απ’ αβάσκαμα και μάτι
παραδέρνουν στο κρεββάτι
ενεργούν αυτά και κάνουν
όλα τα κακά να γιάνουν.

Κι όσοι νέοι αχαμνίσουν[εξασθενίσουν σεξουαλικά]
Με το να παραπηδήσουν
ή πονέσουν τα νεφρά τους
ή πρηστούνε τα λιμπά[όρχεις] τους
Έτζι πιούν οχ το ζουμί τους
Ευθύς σφίγγει το κορμί τους.

Και ακόμη όσοι άλλοι
έχουσι λύσσα μεγάλη
τον κλανιά τους για να στένουν
πούτζα μέσα να λαβαίνουν
απ’ αυτά ζωμόν να βγάνουν
αγκληστήρι[κλύσμα] να τους κάνουν
σβένεται η πεθυμία
και του κώλου η βουρλισία[τρέλα].

Έτζι κι όσοι επεθυμούσι
μ’ άλλους νέους ν’ αγαπούσι
σ’ ένα[στο ίδιο] στρώμα να κοιμούνται
εις το να κωλοκτυπιούνται
τούτο και αυτοί αν πράζουν
βέβαια[στα σίγουρα] καταδαμάζουν
τη λαχτάρα της καρδιάς τους
και τη λύσσα του κλανιά τους.

Μα και αν απ’ τους φλαραίους[Καθολικούς ιερείς]
Ή και από τους ρωμαίους[Ορθόδοξους ιερείς]
τσοι παπάδες τσοι βαρβάτους
τσοι θερμούς και κοτζανάτους
Π’ όποιο χύστο[γυναικείο αιδοίο] και αν ευρούσι
πάντα μέσα του κτυπούσι
αν οχ το ξυνάδι[χυμό] στύψουν
και την πούτζα τους αλείψουν
ο θυμός τους ημερώνει
και το σύνεργον ζαρώνει.

Και οι κρυφογκαστρωμένες
και ξεκορασιδωμένες
αν μ’ ευλάβειαν τα βράζουν
και τα πίνουσι, σκεπάζουν
όσα κρυφογεννημένα
έχουσιν απερασμένα[στο παρελθόν].

Κι όποια του ανδρός της φύγει
από γνώσιν της ολίγη
κι ύστερα μετανοήση
και στον άνδρα της θελήσει
να ξαναγυρίση πάλι
μ’ όρκον σύνεσιν να βάλη
μόνο να τα μυρισθώσι
και οι δυό θ’ αγαπηθώσι.

Και όσες θε να κερατώσουν
τσ’ άντρες τους και να τυφλώσουν
εις το να μην απεικάζουν[βλέπουν]
όσους καύκους[εραστές] και αν εμβάζουν[μπάζουν]
απ’ τα φύλλα στάχτη κάνουν
και εις το φαγητόν τη βάνουν
και απ’ εκείνο τους ταγίζουν[ταΐζουν]
κι έτσι τους αποκοιμίζουν
και δε βλέπουν τι παθαίνουν,
ουδέ το καταλαβαίνουν,
γιατί όλοι οι ξεχασμένοι
είναι πάντα σκοτισμένοι.

Και οι ρουφιάνες κι οι ρουφιάνοι[ερωτικοί ταχυδρόμοι]
κι όποιος μεσιτείες[ανάρμοστα προξενιά] κάνη
εις το να κρυφομαντεύη
κορασιές να ρουφιανεύη
αυτά τόσον ενεργούσι
που αν επιχειρισθούσι
οχ τες φλούδες να ζυμώσουν
με το μέλι και να δώσουν
εκεινής οπού θελήσουν
εις το να την ξεπορτίσουν[κλέψουν]
έτζι μόνον είχε φθάσει
απ’ αυτά να δοκιμάση
παρευθύς γνώμη λαβαίνει
με τον καύκον και πηγαίνει.

Και όποια δεν κάνει παιδία
καίγει ολίγο από τα τρία
και αφού τα κάμη σκόνη
τα συχνοανακατώνει
με τσ’ αμυγδαλιάς το λάδι
και αλαφρά, αυγή και βράδυ
με το λιανοδάχτυλό της
μέσα βάνει στ’ απαυτό της
τότε όποιος της τη χώσει
παρευθύς θα την γκαστρώση.

Κι όποια έχει επιθυμία
για τα σερνικά παιδία
και μαραίνεται η καημένη
κι είναι πάντα πικραμένη
δέκα σπόρους αν εβγάλη
απ’ εκείνα και τους βάλη
μέσα σ’ ένα φλυτζανάκι
–μα να ρίξη και νεράκι
από το ξαστεριασμένο[ξορκισμένο κάτω από τα άστρα]
του Μαγιού το γητεμένο-
και τους σπόρους τούτους φάη
σερνικό παιδί γεννάει.

Και οι λεχώνες που στενάζουν
με το να μην κατεβάζουν
γάλα από τα βυζιά τους
για να τρέφουν τα παιδιά τους
ένα απ’ εκείνα σχίζουν
έπειτα τα ξεζουμίζουν
και βουτούν ένα πανάκι
εις αυτό το ξυναδάκι
και μ’ εκείνο τα βυζιά τους
κατά την επιθυμιά τους
με αυτό τα συχνοβρέχουν
κάνει ευθύς γάλα να τρέχουν.

Και αν από μυρωδία[επιθυμία λεχώνας]
Είχε σκοτισθή καμία
Και το αίμα την τζακίση[αρχίσει να τρέχει]
από μέσ’ από τη φύση[μήτρα]
να σταθή ξετεντωμένη
και καταφασκελωμένη
και να κάψη φυλλαράκια
από τ’ άγια νεραντζάκια
κι η μαμή να την αχνίζη
με δαυτά και να σφουγγίζη[σκουπίζη]
ομορφούλια αγάλι αγάλι
και με προσοχή μεγάλη
τ’ απαυτό και τα μηριά της
κατά την επιστασιά της
τότ’ ευθύς το αίμα παύει
κι η λεχώνα υγειά θα λάβη.

Και αν καμιά εις μοναστήρι
καλογριά ήθελε γύρει
να ξεπέση και να σφάλη
από μια μεριά κι απ’ άλλη
και κατόπι να θελήση
το κακό να παρατήση
αν ολίγ’ απ’ αυτό πάρη
και το κάμη φυλακτάρι
και το δέση στα μηριά της
συχωριέται η αμαρτιά της.

Κι όσες είναι αμπηριασμένες[ξεχασμένες]
οχ τους φίλους[εραστές] οι καημένες
Και τα στήθη τους κτυπούσι
Και θρηνομοιρολογούσι
λίγη φλούδα να μασήσουν
στη στιγμή θα ξαστοχήσουν
όλα τα λυσσοπαιγνίδια,
μα και τα κωλοκτυπίδια.

Και οι χήρες που ζητούσι
μ’ άντρα να ματασμιχθούσι
να κρυφοπαιγνιδιαρίσουν
καθώς είχαν συνηθίσουν
ένα από τα τρία παίρνουν
και οχ τη φλούδα το ξεγδέρνουν
και το βράζουνε λιγάκι
κι απ’ εκείνο το ζουμάκι
πίνουνε και τσ’ αμπηριάζει
το κακό που τες πειράζει.

Έτζι κι οι κορασιδούλες
κοπελιές ή τρυφερούλες
όποια ώρα τες πυρώση
έρωτας και να τες δώση
στην καρδιάν λυποθυμίαν
και στην σάρκα βουρλισίαν
τούτ’ αν μεταχειρισθώσι
και αυτές θα ωφεληθώσι.

και εις ολιγολογίες
σ’ όλα κάνουν ενεργείες.

Μα να ξέρης ευλοημένε
Δέσποτά μου ξακουσμένε
π’ οχ τη θύρα που προβαίνεις
πρέπει αυτά να τα βασταίνης
σκάλωστα στα ιερά σου
και ας κρέμοντ’ ομπροστά σου
ειδεμή δεν πετυχαίνει
ιατρειά καμιά να γένη
απ’ αυτά καθώς κελεύει
το βιβλίον κι ερμηνεύει.

Κι έτζι πάραυτα ο καημένος
σαν παπάς γραμματισμένος
εκατάλαβε τη χρεία
που είχαν και επιθυμία
κι είπε τους «το ζήτημά σας
θέλει γίνει τσ’ αρεσκειάς σας».

Και εφέτο στους χιλίους
Χρόνους και επτακοσίους
ογδοήκοντα επτά
εγινήκαν όλ’ αυτά.

Κι όταν είπε λειτουργία
ο παπάς στην εκκλησία
εις την ζώνην του κρεμάει
τρία νεράντζια και κινάει
απ’ τη μεσινή τη θύρα
με σταυρό και μ’ αγιαστήρα
Και τον κογιονάρουν[κοροιδεύουν] όλες
οι γυναίκες οι μαριόλες
όσες εδεκεί ευρεθήκαν
οπού ελειτουργηθήκαν
Και το κρυφομελετούσαν
Μια την άλλη και γελούσαν,
γιατί απόδειχναν[επισήμαιναν] τα τρία
τα δύο αυγά με τη μακρία.

Οι γερόντισσες εκλαίγαν
και των κοπελών ελέγαν:
«Κακομοίρες τι κοιτάτε
τον παπά μας και γελάτε;
Εσείς άξιες δεν είστε
τα βρακιά του να του λύστε.

Μα να ξέρετε καημένες
Κοπελιές ξετροδισμένες[πονηρεμένες]
οπού είναι ο βλοημένος
Σε γιατρεία προκομμένος,
που αν καμμιά είχ’ αρρωστήσει
ή η αγάπη τη βουρλίσει
τρέχ’ ευθύς και την ποτίζει
και τη λύσσα της ξορκίζει
και επιθυμά να βάλη
μ’ επιμέλεια μεγάλη
με συνήβασες[συμβάσεις] και πάτα[συμφωνίες]
πάσα μια σε καλή στράτα».

Αλλ’ αυτές γελοκοπώντας
και λυσσοκαυλομαχώντας
του εβγάλαν τες φωνές
τρεις και τέσσερες φορές:
«Έχεις τρία κούνησέ τα
σαν αυγά φιρίρησέ[τσούγκρισε] τα
τρία έχεις κούνησέ τα
κλούβια είναι και έσπασέ τα».

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΥΤΟΥΖΗΣ, «ΕΜΜΕΤΡΕΣ ΒΩΜΟΛΟΧΙΚΕΣ ΣΑΤΙΡΕΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Παραμονή Χριστουγέννων Μακρόνησος 1950 #Τάσος_Λειβαδίτης -

Από Ελενη Μαρκακη

Τάσος Λειβαδίτης - Παραμονή Χριστουγέννων
(γραμμένο στη Μακρόνησο το 1950)


Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρόμικης φανέλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κι εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας-ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλιστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει — αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.
Ξεκινάνε τα φορτηγά.
Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.
Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.
Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.
Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομμένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.
Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.
Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.
Η ασετιλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
— Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομμένο.
Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγόνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.
Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
— Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.
Κι η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

Μακρόνησος 1950



Το οργανοποιείο του περίφημου Ζοζέφ Τερζιβασιάν !!!



Από ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ !!!!!!!!!
 Ζοζέφ Τερζιβασιάν
Υπήρξε ο μεγαλύτερος τεχνίτης του είδους και είχε φτιάξει τα όργανα όλων των σημαντικών δημιουργών και δεξιοτεχνών: Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Χιώτη, Χατζηχρήστου, Παπαϊωάννου, Μπαγιαντέρα, Μητσάκη, Καπλάνη, Καλδάρα.
Το 90% του ρεπερτορίου του ελληνικού τραγουδιού, από το 1934 μέχρι το 1995, έχει παιχθεί με έγχορδα που κατασκεύασε ο Ζοζέφ. 
Γεννήθηκε το 1916, στο Αφιόν Καραχισάρ της Μικράς Ασίας και μετά την Καταστροφή, το 1922, ήρθε στον Πειραιά και εγκαταστάθηκε στη Νίκαια.
 Επί 60 χρόνια ήταν προσηλωμένος στη δουλειά του, που τη θεωρούσε λειτούργημα. 
Ο Βασίλης Τσιτσάνης, που υπήρξε προσωπικός φίλος του Τερζιβασιάν, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Ο Ζοζέφ με το αυτί και τη διαίσθηση έφτιαχνε πάντα αλάνθαστη την κλίμακα του μπουζουκιού». 
Ο ίδιος ο Ζοζέφ εξηγώντας τη μαστοριά του στην κατασκευή των μπουζουκιών, είχε δηλώσει στα «ΝΕΑ», ότι «όλα ξεκινούν από τη διαδικασία παραγωγής. Κατ’ αρχάς, χρειάζεται να «στανιάρουν» και να «ψηθούν» τα ξύλα. Και για το σκάφος (δηλαδή το ηχείο) και για το μανίκι. Γιατί μόνο με «ψημένο» ξύλο βγαίνει ο ήχος στρογγυλός και μαγικός. Είναι όμως και το καπάκι του μπουζουκιού που κι αυτό χρειάζεται καλό και δουλεμένο ξύλο, αλλά κυρίως καλής ποιότητας.
Όποιος ρωτούσε τον Ζοζέφ τι είναι πιο σημαντικό στην κατασκευή ενός μπουζουκιού απαντούσε με τέσσερις λέξεις: «Τα χέρια του μάστορα». 
Ο Μανώλης Χιώτης είχε αποκαλέσει τον Τερζιβασιάν «Στραντιβάριους του μπουζουκιού».
Μέχρι τους τελευταίους μήνες του 1998, ο Ζοζέφ εξακολουθούσε ν’ ασχολείται με την τέχνη του. Κατασκεύαζε, αλλά και επισκεύαζε μπουζούκια που του πήγαιναν γνωστοί σολίστες ή και μαθητευόμενοι…..



Το οργανοποιείο του περίφημου Ζοζέφ Τερζιβασιάν ( όρθιος αριστερά) στη Π. Κοκκινιά.
Δεξιά στη φωτογραφία με το μπουζούκι του Ο αείμνηστος Γιάννης Παπαϊωάννου.


Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

Άλκης Αλκαίος (1949 - 2012)




«…καθώς μας φώτιζαν το δρόμο οι σελίδες απ’ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο»

ΑΠΟ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ Τριτη 10 Δεκεμβριου 2024

Σαν σήμερα 
10.12.2012 έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Άλκης Αλκαίος (1949 - 2012)


«Μανουέλ Ντουάρντε απ’ το Πράσινο Ακρωτήρι
ίσως ποτέ και να μη δω το πρόσωπό σου
ωστόσο αν κρίνω απ’ το αιμάτινο γραφτό σου
θα πρέπει να ’ναι γιομάτο από λιοπύρι.

Ελμπέρτο Κόμπος Παναμέζε αδελφέ μου
ίσως ποτέ να μην ακούσω τη φωνή σου
ωστόσο ασίγαστη θε να ‘ναι σαν τη γη σου
αν κρίνω απ’ τα μηνύματα του ανέμου.

Ναϊμ Ασχάμπ απ’ τις όχθες του Ιορδάνη
ίσως ποτέ και να μη σφίξουμε το χέρι
ωστόσο δίπλα μου αγρυπνάει το ίδιο αστέρι
που δίπλα σου αγρυπνάει κι αυτό μου φτάνει.

Απόψε σμίξαν τις καρδιές μας
σ’ έναν έστω στιγμιαίο συντονισμό
ίδιες ελπίδες καθώς μας φώτιζαν το δρόμο
οι σελίδες απ ’το κομμουνιστικό μας μανιφέστο»

(Φλεβάρης 1848). Στίχοι: Αλκης Αλκαίος.
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος. Ερμηνεύει η Μαρία Δημητριάδη

Αυτοί οι στίχοι – δημοσιευμένοι στο «Ρ» στο τέλος της δεκαετίας του ’70 στάθηκαν η αφορμή της γνωριμίας του Αλκη Αλκαίου, με τον Θάνο Μικρούτσικο ο οποίος διαβάζοντάς τους τους μελοποίησε δημιουργώντας το εκπληκτικό αυτό τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά η Μαρία Δημητριάδη. Η γνωριμία του με τον συνθέτη έφερε μία από τις μακροβιότερες και σπουδαιότερες συνεργασίες δημιουργών στο ελληνικό τραγούδι, με δίσκους – ορόσημα, όπως το «Εμπάργκο» (1982) και «Στου αιώνα την παράγκα» (1996)».

Το απόσπασμα που προηγήθηκε είναι από δημοσίευμα στον «Ριζοσπάστη» (Κυριακή 16 Δεκέμβρη 2012 – Σ.Α). Λίγες μέρες πριν, 10 Δεκεμβρίου 2012, είχε φύγει από τη ζωή ο Βαγγέλης Λιάρος (1949 -2012), ο ποιητής Άλκης Αλκαίος.

Ακολουθεί η συνέχεια του κειμένου, με στοιχεία για τη ζωή του και το έργο του, μαζί με μελοποιημένους στίχους του.

«Ο Αλκης Αλκαίος, που με την παρουσία του λάμπρυνε τη μουσική σκηνή του τόπου μας, γεννήθηκε κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα και από πολύ μικρός «πολιτογραφήθηκε» κάτοικος Πάργας, αφού τον περισσότερο καιρό έμενε εκεί, αγναντεύοντας το απέραντο γαλάζιο και γράφοντας τους υπέροχους στίχους των τραγουδιών του, έχοντας σαν «δάσκαλό του» την ποίηση του Κ. Καρυωτάκη. Το όνομά του το πήρε από το θείο του ΕΛΑΣίτη, που σκοτώθηκε σε ηλικία 23 χρόνων. Ο αδελφός της μητέρας του Ντίνος Ζήκος ήταν Μακρονησιώτης, μέλος του ΚΚΕ του οποίου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Ο Β. Λιάρος σπουδάζει στη Νομική Σχολή την περίοδο της χούντας και τον Αύγουστο του 1973 συλλαμβάνεται για τη δράση του και κρατείται για μήνες στην Ασφάλεια, πράγμα που επιδεινώνει την επιβαρυμένη του υγεία. Μετά τη μεταπολίτευση γίνεται μέλος του ΚΚΕ στην Οργάνωση των Δικηγόρων.

Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1967, με την έκδοση ενός μικρού δοκιμίου για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη. Το 1983 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΤΝΕΜ (ιδρυτής του ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος) το βιβλίο του «Εμπάργκο – Ποιήματα», το οποίο περιλαμβάνει και το εμβληματικό ποίημα «Πρωινό τσιγάρο», αφιερωμένο στη μνήμη του πρόωρα χαμένου Μάνου Λοΐζου:

«Αδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση
και γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση
και σαν Ανατολή»

Ζώσα ποίηση δεμένη με τη ζωή και τους αγώνες του λαού

Οι στίχοι του – ζώσα ποίηση γραμμένη για τη ζωή με τους αγώνες και τις προσδοκίες της, για τον άνθρωπο και τα όνειρά του, για την ομορφιά και για τον έρωτα, ενέπνευσαν τους σημαντικότερους συνθέτες μας, όπως Θάνος Μικρούτσικος, Μάριος Τόκας, Μίλτος Πασχαλίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Μπάμπης Στόκας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Δημήτρης Ζερβουδάκης, Νότης Μαυρουδής, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Χρήστος Θηβαίος, Φίλιππος Πλιάτσικας, Σταμάτης Μεσημέρης, Χριστόφορος Κροκίδης, Δημήτρης Ψαρράς. Εκτός από τις ερμηνείες των τραγουδοποιών χαρακτηριστικές είναι και οι ερμηνείες των Δημήτρη Μητροπάνου, Μαρίας Δημητριάδη, Μανώλη Μητσιά, Χαρούλας Αλεξίου, Γιώργου Νταλάρα, Μελίνας Κανά, Ελευθερίας Αρβανιτάκη, κ.ά.


Ποιος δεν τραγούδησε την Πιρόγα…

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ΄ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ΄ Αντιγόνη.

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»…

Ακούγοντας ξανά και ξανά τα τραγούδια που έγραψε, διαβάζοντας ξανά τους στίχους του, μπορεί να διακρίνει κανείς ότι και με τα πιο απλά υλικά των στίχων του ο Αλκαίου έκανε τέχνη και μας θυμίζει αυτό που έχει πει ένας άλλος θεράπων της γλώσσας και της ψυχής, ο Γ. Χειμωνάς ότι δηλαδή «ο σκοπός της Τέχνης είναι ένα πράγμα πάρα πολύ συγκεκριμένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου…
«Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί»…

«Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της αυτήν την αθεράπευτη στέρηση του ανθρώπου, να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους».


«Το μπάντζο σφίγγανε στα χέρια οι μιγάδες
δέκα ρεπόρτερ καταγράφαν τα συμβάντα
πριν στο χορό τους μας τραβήξουν οι μαινάδες
οι ανεμώνες μας βρεθήκαν μείον σαράντα.

Πού πας χλομός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος κίτρινες τουλίπες
και στην πλατεία Χόρχε ντ΄ Αλβαράδο
περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες.

Οι σεισμολόγοι στο Παλάσιο Νασιονάλ
τα βάζανε με τους κρατήρες της Σάντα Αννα
φοράς σομπρέρο κι έχεις πρόσωπο οβάλ
κι ούτε που πρόλαβες να παίξεις στην αλάνα.

Πού πας γυμνός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας
τις τεφροδόχους κλείσαν σε κρυφή σπηλιά
και μας πουλάν ενέσεις ευθυμίας»

(Στίχοι: Αλκης Αλκαίος. Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.
Ερμηνευτές 1.Μαρία Δημητριάδη – 2.Υπόγεια Ρεύματα).


Η ποίηση έχει την ανάγκη και τη δύναμη να χτυπάει την πόρτα του παρόντος κυοφορώντας πάντα τα σημάδια μελλοντικών εικόνων.

«Ολα ή τίποτα του δρόμου μας το ρίσκο, κι όλα στο τίποτα θαρρώ τώρα τα βρίσκω. Μα στη ζωή κάθε στιγμή τέλος κι αρχή, κάτι θα βρούμε σαν ταξί μεσ΄ τη βροχή. Μου ‘πες να γράψω ένα αιμάτινο τραγούδι μα ποιο τραγούδι αναπληρώνει τη ζωή; Περνώ στ΄ αυτί σου ένα κόκκινο λουλούδι για να σου πει τι λέει του ανέμου η πνοή» μελοποίησε και τραγούδησε ο Διονύσης Τσακνής με την Ασπασία Στρατηγού.

Ηταν το 1999, τότε που τρεις σπουδαίοι καλλιτέχνες – απόντες σήμερα και οι τρεις – ένωσαν τη φωνή τους και μας έδωσαν τραγούδια λαϊκά, του κεφιού και της παρέας, σμιλεμένα με το λόγο του Αλκη Αλκαίου, τις νότες του Μάριου Τόκα και την ανόθευτη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου. Ο λόγος για το δίσκο «Εντελβάις», μια δουλειά που δημιουργήθηκε «με πολλή αγάπη», όπως είχε πει ο Δημήτρης Μητροπάνος. Τραγούδια με έντονη τη σφραγίδα του ζεϊμπέκικου, όπως το «Κιφ» και το «Σαββατόβραδο», αλλά και άλλων λαϊκών ρυθμών, συνέθεσαν αυτήν την τριμερή, ατμοσφαιρική συνεργασία. Μια συνεργασία, που όπως είχε πει τότε ο Μ. Τόκας «με κάνει να νιώθω άνθρωπος. Ολα τα τραγούδια γράφτηκαν αντικριστά με τον Αλκη Αλκαίο και τον Δημήτρη Μητροπάνο. Πήρα πολλά από τον Αλκη. Ο Μητροπάνος μας έδωσε την ψυχή του. Του είμαστε ευγνώμονες».

Ποιητικά σύμβολα γεννημένα στο παρελθόν αναγνωρίζουν καινούρια πάντα μηνύματα. Αδέσμευτα και οικουμενικά τα ποιητικά μηνύματα εξελίσσονται με κάθε ανάγνωση, σε κάθε εποχή, μέσα σε νέες ή διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που ενέπνευσαν, που επηρέασαν τους φορείς, τους οραματιστές της ζωής, τους ποιητές των τραγουδιών.

«Οσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί
πάντα γελαστοί και γελασμένοι.

Οσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί
πάντα γελαστοί και γελασμένοι».

Αυτός ήταν ο Αλκης Αλκαίος όπως τον γνωρίσαμε μέσα από τους στίχους του.


«Πάρε τη ζωή στα δυο σου χέρια
τις γροθιές σου χτύπα στα μαχαίρια
θα ‘φευγαν τα σύννεφα φαντάσου
αν κουνούσες λίγο τα φτερά σου.

Πουλί σε δέντρο αρχοντικό παλιό τραγούδι λέει
αυτός που όλα τα ‘χασε ματώνει μα δεν κλαίει
αν δε φυσήξει ο άνεμος το φύλλο δε σαλεύει
αν δε θυμώσει η θάλασσα το κύμα δε χορεύει»».


ΑΠΟ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ Τριτη 10 Δεκεμβριου 2024

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ


Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

Κουβανός πυγμάχος προτίμησε να είναι Κόκκινος παρά Πλούσιος #Τεόφιλο_Στίβενσον



Τεόφιλο Στίβενσον: Ο θρυλικός Κουβανός πυγμάχος που «προτίμησε να είναι κόκκινος παρά πλούσιος»

Δύο μάνατζερ που έκαναν κουμάντο στην επαγγελματική πυγμαχία, προσπάθησαν να κάνουν τον Στίβενσον να αφήσει την Αβάνα για τον “λαμπερό” κόσμο του Λας Βέγκας.
Και πάλι τα νούμερα ήταν επταψήφια. 5.000.000$ του πρότειναν για να πυγμαχήσει με τον περίφημο Μοχάμεντ Αλί με τρόπαιο τον τίτλο της κατηγορίας των βαρέων βαρών του επαγγελματικού μποξ.
“Δεν θα αφήσω ποτέ τη χώρα μου για ένα εκατομμύριο δολάρια ή περισσότερα.
Τι είναι εξάλλου ένα εκατομμύριο δολάρια απέναντι στην αγάπη οκτώ εκατομμυρίων Κουβανών;”.
Αυτή του η απάντηση έμεινε στην ιστορία, με μια απλή φράση έβγαζε “νοκ άουτ” όσους πίστεψαν ότι τα πάντα “πουλιούνται και αγοράζονται”, ακόμη και η αξιοπρέπεια ενός αθλητή πιστού στα ιδανικά του σοσιαλισμού και στην αγάπη του λαού του.
Τότε το περιοδικό Sports Illustrated κυκλοφόρησε με τον πολύ γλαφυρό τίτλο: “προτιμά να είναι κόκκινος, παρά πλούσιος”, κάτι που προφανώς δεν μπορούσαν να αντιληφθούν, με τη δική τους ηθική, με τις “αξίες” του καπιταλισμού.
Ο ίδιος μετέπειτα σε συνέντευξη του είπε:
“Η επαγγελματική πυγμαχία μεταχειρίζεται τον πυγμάχο σαν εμπόρευμα για να πυγμαχεί και να πουλάει και τον πετάει όταν πια δεν είναι χρήσιμος”.





Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

"Τα πουλιά δεν κελαηδούν όταν νυχτώσει"... Β&Α ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

 


Χρήστος μπουρνέλης
"Τα πουλιά δεν κελαηδούν όταν νυχτώσει"...
Τον Νοέμβρη του 1899 γεννιέται στην Σμύρνη η Αγγέλα Παπάζογλου.
Ανήκε σε σημαντική οικογένεια μουσικών. O πατέρας της Δημήτριος Μαρωνίτης (ή Χιωτάκης) ήταν ξακουστός σαντουρίστας, κοντά του θα μάθει να παίζει βιολί και σαντούρι… Η Αγγέλα ανέβηκε στο πάλκο σε ηλικία 11 ετών, δίπλα στον πατέρα της.
Όμως, το μεγάλο χάρισμα της Αγγέλας ήταν η φωνή της. Δεν είχε κλείσει καλά-καλά τα 17 της και τα καφέ-αμάν της Σμύρνης τσακώνονταν ποιο θα την πρωτοκλείσει για δουλειά: Τζίτζικας, Αράπογλου, Αυταράς... Μέχρι το Κορδελιό έφτασε η φήμη της.
Με τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, ανάμεσα σε τόσους και τόσους πρόσφυγες που έφυγαν κυνηγημένοι από την Μικρασία, ήταν και η οικογένεια του "Χιωτάκη" η οποία εγκαθίσταται στην Κοκκινιά.
Για να βοηθήσει την οικογένειά της να επιβιώσει, η Αγγέλα συνέχισε να τραγουδά στα κέντρα του Πειραιά και των προσφυγικών συνοικισμών. Έτσι, το 1924 πιάνει δουλειά στο κέντρο τού Θεόφραστου, στις Τζιτζιφιές. Στην ορχήστρα του Θεόφραστου συμμετέχει ένας άλλος σμυρνιός μουσικός που έφτασε ως πρόσφυγας στην Ελλάδα και ζούσε στη Κοκκινιά.
Ο μουσικός αυτός ήταν σχεδόν μονίμως σοβαρός, άτομο με αρχές που δεν τις παρέβαινε ποτέ και με οποιοδήποτε μάλιστα κόστος, πρότυπο μιας αληθινής μάγκικης αισθητικής. Γι' αυτό του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι "Αγγούρης", δηλαδή "ανυπότακτος", "ασυμβίβαστος", "δύσκολος", "ζόρικος". Το κανονικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Παπάζογλου.
Την πρώτη φορά που άκουσε την Αγγέλα να τραγουδάει την ερωτεύτηκε. Την πλησίασε και της δήλωσε καθαρά και ξάστερα: "σ' αγαπώ και θα σε πάρω γυναίκα μου". Στα 25 της πια και δίχως προίκα, ο Βαγγέλης ήταν θείο δώρο για την Αγγέλα που τον ερωτεύτηκε. Μόνο που σύντομα την μεγάλη χαρά διαδέχτηκε μια μεγάλη θλίψη αφού η Αγγέλα άρχισε να χάνει το φως της με ταχύ ρυθμό. Μα ο Βαγγέλης εκεί: "σ' αγαπώ και θα σε πάρω γυναίκα μου". Και την πήρε. Όταν το 1927 η Αγγέλα ντύθηκε νύφη στο πλευρό τού Βαγγέλη, ήταν ήδη μισότυφλη. Δυο χρόνια αργότερα τυφλώθηκε τελείως.
Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε μια παράγκα στην Κοκκινιά και ζούσε από την μουσική του Βαγγέλη και το τραγούδι της Αγγέλας.
Το 1937, ο Βαγγέλης Παπάζογλου αρνήθηκε να διαπραγματευτεί με τους λογοκριτές της μεταξικής δικτατορίας (που αποκαλούσε "αμόρφωτους") το περιεχόμενο των τραγουδιών του και σταμάτησε να ηχογραφεί.
«Του τα κόψανε γιατί δε δέχτηκε ν' αλλάξει ούτε ένα λόγο, ούτε ένα λόγο: Στον «Μπατίρη» αυτός ο λόγος ήτανε όλο το νόημα του τραγουδιού. Εκεί που λέει «ελεύθερος να ζήσω» του το σημειώσανε να το σβήσει και να γράψει «χαρούμενος να ζήσω». 
Έτσι σας αρέσει; τους είπε. Ε, λοιπόν, εμένα έτσι δε μ' αρέσει! Εγώ δεν είμαι χαρούμενος αν δεν είμαι λεύτερος. Εγώ άμα έχω σκλαβιά πάνω απ' το κεφάλι μου δε γελάω! …Εγώ δε γελάω άμα δεν είμαι λεύτερος, έτσι είμαι μαθημένος. Δεν τα δίνω τα κομμάτια!», θυμάται η Αγγέλα.
Την ίδια εποχή απαγόρευσε και στην Αγγέλα να ξανατραγουδήσει σε μαγαζί. Από δω και πέρα οι δυο τους θα ζούσαν μόνο με το μεροκάματο του Βαγγέλη.
Ένα βράδυ που έριχνε ο θεός με τον θεό και η Αγγέλα περίμενε τον Βαγγέλη να γυρίσει από την δουλειά, το ταβάνι της παράγκας άρχισε να στάζει. Η τυφλή Αγγέλα πάλεψε να βρει κάπου να σταθεί και τελικά βολεύτηκε σε μια γωνιά του κρεβατιού. Όταν μπήκε ο Βαγγέλης και την είδε ξεπαγιασμένη, σκίστηκε η καρδιά του. Την τύλιξε με μια κουβέρτα και την πήρε αγκαλιά για να την ζεστάνει.
Ο θρύλος λέει πώς εκείνη την βραδιά της σιγοψιθύρισε και κάτι στίχους που βγήκαν από μέσα του: "Βάλε με στην αγκαλιά σου για να κοιμηθώ κοντά σου..." Ο ίδιος θρύλος λέει ότι η Αγγέλα συμπλήρωσε αυτούς τους στίχους: "Βάλε με, φως μου, βάλε με..."
Ο Βαγγέλης αποκαλούσε "φως μου" την τυφλή γυναίκα του.
Το 1940, με το που μπαίνουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, ο Βαγγέλης σταματάει την ενασχόλησή του με την μουσική.
"Τα πουλιά δεν κελαηδούν όταν νυχτώσει", έλεγε.
Αρνείται να παίζει για να χορεύουν "φχαριστημένοι ως κι οι μαυραγορίτες", πέταξε το όργανο και το κοστούμι, άρπαξε ένα τσουβάλι και έκανε τον παλιατζή στις γειτονιές του Πειραιά, αρνούμενος να παίξει τα τραγούδια του για τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους.
Δεν πρόκειται να ξαναδουλέψει ως μουσικός. Η πείνα τον καταβάλλει. Εξασθενημένος όπως είναι, τον χτυπάει η φυματίωση. Όταν αισθάνεται το τέλος του να πλησιάζει, πιάνει και μοιράζει τις παρτιτούρες πολλών ανέκδοτων κομματιών του, στο καφενείο των μουσικών στην οδό Αθηνάς 33, με την ευχή να τα εκδώσουν ο καθένας στο δικό του όνομα. Την τύχη τους είναι πλέον αδύνατο να μάθουμε.
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου πεθαίνει στις 27 Ιουνίου 1943. Για να τον μοιρολογήσει το τελευταίο βράδυ, η Αγγέλα δανείζεται δυο καρέκλες από την γειτόνισσα προκειμένου να ακουμπήσει το φτωχικό φέρετρο.
Η κηδεία γίνεται δίχως παπά, μιας κι ο παπάς της συνοικίας ήταν μαυραγορίτης. Όση ώρα βάσταξε, από τα μάτια της Αγγέλας δεν βγήκε ούτε ένα δάκρυ. Πριν το φέρετρο κατεβεί στον λάκκο, έσκυψε και φίλησε τον σύντροφό της, ξεπροβοδίζοντάς τον με λίγα μνημειώδη λόγια που θα ταίριαζαν απόλυτα σε αρχαιοελληνική τραγωδία: 
«Καλά έκανες και παινευόσουν που ήμουν γυναίκα σου. Την παλληκαριά σου όμως δεν την ήξερες. Ούτε ο θεός δεν παντρεύτηκε αόμματη γυναίκα».
Η Αγγέλα Παπάζογλου έζησε άλλα σαράντα χρόνια με μόνη της παρέα τον θετό τους γιο, Γιώργη Παπάζογλου.
Όταν θα έφευγε για να συναντήσει τον Βαγγέλη της, ήταν 17 Αυγούστου 1983.
"κι αν αποθάνω και βρεθεί
κανένας και με θάψει
είμαι του δρόμου το παιδί
κι εκείνος ας με κλάψει"

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

"tips" Σαν τον ζήτουλα Τι θα μάς αφήσει ο καθένας ?

Ninetta Altani:


Ως δασκαλα δεν είχα ποτέ φιλοδώρημα...
Είχα κάτι πολύ ωραία δωράκια από το τζάμπο...ωραια στυλό...όμορφα κοσμήματα...από της γειτονιάς τα καταστήματα...παρεο...γάντια...ό,τι θυμάμαι λέω...τα Χριστούγεννα αντε και στο τέλος της σχολικής χρονιάς...
Ποτέ κανένας γονιος ή γιαγιά δε μου βάλε το μεσημέρι στο σχολασμα 2 ευρώ γιατί έκανα μάθημα στα παιδιά τους...
Μόνο σπουδαία δωρα που ακόμα στολίζουν το σπίτι μου κι εμένα...και που με έκαναν να ντρέπομαι, γιατί πολλές φορές ήταν από το υστέρημά τους κυριολεκτικά...
Ποτέ
στο τέλος της χρονιάς δε μου βαλαν στο χέρι 10 ευρώ...
Ποτέ δεν έλεγα 1400 μισθο και 1000 τιπς...2400 μια χαρά...γαμα την απεργία και το Σωματείο...
Αυτή η στενοχώρια που έπεσε για τα φιλοδωρηματα με εντυπωσιάζει...
Κι αν την συνδυάσω με τις συζητήσεις...
700 ευρώ ως σερβιτόρος και 800 τιπς μια χαρά είμαι...
700 ευρώ ως κομμώτρια και άλλα τόσα τιπς...
Δηλαδη αφού δε μας πληρώνουν...πού να τρέχω να γραφτώ στο σωματείο να διεκδικήσω όπως οι λιμενεργάτες ...ας κοιτάζω σαν τον ζητουλα τι θα μου αφήσει ο καθένας και η καθεμία επιπλεον...

Γιατι ρε παιδιά;;;
Γίνομαι πολύ αποκρουστική εάν πω ότι αντί να ζητάμε από τους κηφηνες ό,τι μας ανήκει...κοιτάμε ο ένας τον αλλον σα λυγουρια τι τιπς θα αφήσουμε...
Και πρέπει και να αγχωθω μη βγω και δεν έχω ψιλά να αφήσω...
Με τρομάζουν αυτές οι "ευαισθησιες"
Εκτός κι αν είναι κάτι που δεν καταλαβαίνω...