ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

TRANSLATE

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Τρίκερι «Στη σκιά του ήλιου» *#Στις_Γυναίκες_του_Τρίκερι..


Konstantinos Mpourxas
16.7.26 
Δεν εχω λόγια.. Αφιερώστε λιγα λεπτά και διαβάστε το:

Της Fani Nalmpanti [Τρίκερι - «Στη σκιά του ήλιου» ή αλλιώς «Το πιο βαρύ, το πιο δύσκολο είναι να νικάς την απογοήτευση και να’ναι η ψυχή σου, ψυχή μαχητή» ] - ένα μικρό οδοιπορικό για την ιστορία του τόπου.
«Κι είναι ο κόσμος αυτός των δύο ταχυτήτων που δεν αντέχω, που με πληγώνει όσο τίποτα άλλο. Που δεν τον χωράω και δεν θα τον χωρέσω ποτέ όσο και να με στριμώξω»
*Στις γυναίκες του Τρίκερι..
Στους λίγους που θα σταθούν και θα διαβάσουν αυτές τις αράδες..
Στην ιστορία που δεν έχει πολλές αλλά μία αλήθεια..
Τι να δει κανείς στο Τρίκερι ρώτησα.
Να πάτε στο λιμάνι της Αγίας Κυριακής για αστακομακαρονάδες μου είπανε.
Είχα ακούσει πως ήτανε τόπος εξορίας. Πως υπήρχαν εκεί φυλακισμένες, εξόριστες χιλιάδες γυναίκες. Ποιος αστακός και ποια μακαρονάδα. Νόμιζα πως μου κάνουνε πλάκα.
Φτάνοντας στο άκρο, στο χωριό Τρίκερι παίρνουμε τον δρόμο για το λιμανάκι της Αγίας Κυριακής. Είχα καταλάβει ότι ο τόπος εξορίας ήτανε το νησί Τρίκερι και όχι το «ορεινό» χωριό Τρίκερι.
Θέλω να πάω. Δεν υπάρχουν διευκρινίσεις. Κατεβαίνουμε και στο δεύτερο λιμανάκι τον «Φάρο». Μα ούτε κι από κει περνάς απέναντι. Το ψάχνω διαφορετικά κι ανακαλύπτω πως τα δρομολόγια γίνονται από το λιμανάκι του «Αλογόπορου».
Φτάνουμε εκεί. Βρίσκω το παιδί που κάνει με το βαρκάκι την διαδρομή προς το νησάκι. Ρωτάω να μάθω δύο πράγματα. Που ακριβώς θα χρειαστεί να πάω, πόσος χρόνος, αν υπάρχει μονοπάτι, μνημείο, κάποιος να με κατευθύνει για όσα θα ήθελα να δω. Παίρνω αμήχανες, μισές απαντήσεις. Σα να μην ξέρανε, σα να μην είχανε πάει ποτέ.
Είμαι αποφασισμένη να το κάνω και μπαίνω στο βαρκάκι. Στα 5’ λεπτά είμαι εκεί. Κοιτάζω απέναντι ένα γραφικό λιμανάκι, δυο τρία ταβερνάκια. Διακρίνω μουσική να έρχεται από το ένα. Μα δεν ήτανε μουσική, ήτανε οριακά σκύλο ποπ. Διάφορους τύπους να πίνουν και να τρώνε μιλώντας και γελώντας νευρικά, δυνατά. Το παραβλέπω. Θέλω να φτάσω στον τόπο των γυναικών.
«Πίσω από την ταβέρνα Ίσαλος θα ανέβεις το μονοπάτι» μου είχε πει το παιδί της βάρκας. Βγαίνω στο σημείο και βλέπω ένα μικρό μνημείο - δωρεά παιδικής χαράς. Έχει τόση ζέστη. Έχει τόσο ήλιο που δεν βλέπω το μνημείο για τις γυναίκες λίγα μέτρα πιο δεξιά. Θέλω να ανέβω το μονοπάτι. Νιώθω λαχτάρα και αγωνία να βρω το σημείο.
Αρχίζω το ανηφόρισμα μόνη. Πουθενά καμία ταμπέλα. Στον δρόμο επικοινωνώ με μια φίλη που είχε έρθει πριν χρόνια. «Βρίσκεσαι σε έναν τόπο μαρτυρικό μου λέει. Χιλιάδες γυναίκες βασανίστηκαν, υπέφεραν εδώ. Προσπαθεί να με κατευθύνει. Στα αριστερά σου θα δεις ένα Μοναστήρι και κάπου δεξιά θα βρεις «ένα στρογγυλό» που παίζανε θέατρο. Από το μοναστήρι όταν συμβαίνανε όλα αυτά εδώ δεν τις βοήθησαν καθόλου μου λέει.
Στο στρογγυλό αυτό παίζανε θέατρο, ανέβαζαν μικρές παραστάσεις, αναπαραστάσεις του μαρτυρίου που ζούσανε καθημερινά. - Προσπαθώ να την ακούσω. Το σήμα λιγοστό κι εγώ να ανηφορίζω κάτω από τον ήλιο χωρίς να έχω κυριολεκτικά ιδέα για το που πηγαίνω. 10 λεπτά είπε το παιδί ανηφόρα. Κι όμως μου φαινόταν ήδη πως περπατάω πολύ περισσότερο. Έχω αρχίσει ήδη και διψάω μα σκέφτομαι εκείνες. Τι να φορούσανε. Την περπατησιά και το ανάστημα τους. Από κάτω μου έρχονται οι αχνές μελωδίες της διασκεδαστικής μουσικής. Συνοδεία για τον αστακό και την γαρίδα. Για το ουζάκι και το τσιπουράκι.
Στα αριστερά μου βλέπω το Μοναστήρι. Αναθαρρώ ότι βρίσκομαι κοντά. Στέκομαι μπροστά του μα ούτε εκεί βλέπω κάποια ταμπέλα. Κάτι που να με κατευθύνει προς τα που πρέπει να πάω. Κατεβαίνω ένα πλακόστρωτο προς την θάλασσα. Κατεβαίνω για 10-15 λεπτά κοιτάζοντας αριστερά δεξιά. Δεν βλέπω τίποτα.
Αρχίζω να νιώθω στεγνό τον λαιμό μου. Νιώθω πως πηγαίνω στο πουθενά. Πως δεν πρόκειται να βρω τίποτα και κανέναν για να μου πει. Διαισθάνομαι τη λάθος διαδρομή κι επιστρέφω πάλι προς τα πίσω. Προς το Μοναστήρι. Προσπαθώ να βρω πληροφορίες στο ίντερνετ. Το σήμα αργεί. Επιμένω. Έχω πεισμώσει. Φτάνω στο Μοναστήρι. Ο ήλιος με έχει κάψει. Ψάχνω νερό απ’έξω. Ακούω τις φωνές των καλογριών από μέσα αλλά δεν καταδέχομαι να χτυπήσω για να μου πουν. Είμαι θυμωμένη γιατί σκέφτομαι αυτό που μου είπε οι φίλη. Βλέπανε κι ακούγανε τα μαρτύρια χωρίς να βοηθήσουνε τις γυναίκες εκείνες.
Απ’έξω μια επιγραφή. «Εδώ σε τούτο το νησί Τρίκερι, έζησαν πέντε χιλιάδες γυναίκες, πολιτικές εξόριστες». «Η μνήμη σας χαράχτηκε για πάντοτε στον χρόνο». Ομοσπονδία γυναικών Ελλάδος.(ΟΓΕ). Επιτέλους σκέφτομαι. Μια αναφορά μετά από τόση ώρα. Για τον τόπο των σκηνών τους δεν βλέπω κάτι όμως, για το θέατρο τίποτα. Καμία πληροφορία.
ρχίζω και πηγαίνω μπρος- πίσω για κάποια λεπτά μέχρι που τυχαία διακρίνω μια μικρή ταμπέλα καρφωμένη πλάι στον κορμό ενός δέντρου. «Σκηνές εξόριστων». Ίσα που φαίνονταν ανάμεσα στα βάτα και τις παραφυάδες γύρω τριγύρω απ’ το δέντρο. Κατεβαίνω τον κοντινό χωματόδρομο κοιτάζοντας και πάλι αριστερά δεξιά. Τίποτα. Νιώθω πάλι ότι πηγαίνω στο πουθενά αν και κάπως πιο αισιόδοξη από πριν.
Αφού κατέβηκα αρκετά βλέπω μια δεύτερη ταμπέλα «Ατομικές σκηνές κρατουμένων». Δεν βλέπω τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα για να δω. Παρά μόνο βάτα. Που τις είχαν αναρωτιέμαι. Πως τις είχαν. Δεν υπάρχει ούτε μισό ντουβάρι. Δεν καταλαβαίνω. Βγάζω μια φωτογραφία εγώ για να φτιάξω για μένα το κάδρο. Για να φτιάξω εγώ έναν τόπο για εκείνες. Για να υπάρξει. Για να μπορέσει να κάνει ο νους μου τις συνδέσεις, να καταφέρει κάπου να σταθεί.
Ψάχνω να βρω το θέατρο. Περπατάω κι άλλο. Κατεβαίνω. Δεν νιώθω τον λαιμό μου. Δεν έχω νερό γιατί μου είπανε πως ήτανε δέκα λεπτά δρόμος και σκέφτηκα πως δε θα χρειαζόταν. Στα αριστερά μου τώρα ένα σπίτι. Θα πάω να ρωτήσω. Βλέπω την μπουγάδα, κάτι πέτρες σαν σημάδια κάτω, σκέφτηκα μήπως σημαίνουν κάτι. Έκανα λάθος. Έχω χαθεί. Επιστρέφω στο μονοπάτι. Σκέφτομαι εκείνες στην σκιά του ήλιου. Χωρίς νερό να κουβαλάνε βότσαλα από το λιμάνι, για να φτιάξουν όπως έμαθα μετά ένα στεφάνι στην κορυφή του νησιού κατ’ εντολή, να φαίνεται λέει από μακριά. Αναλογίσου για ένα λεπτό την νοσηρότητα αυτής της πράξης που επέβαλαν σε αυτούς τους ανθρώπους. Εδώ σε μια ώρα χωρίς νερό και ήμουνα ήδη πολύ δύσκολα κι εκείνες να ζούνε σε αυτές τις φριχτές συνθήκες για μέρες, μήνες, χρόνια.
Θέλω να φτάσω στο θέατρο που κάνανε πρόβες για τον «Προμηθέα Δεσμώτη». Το θέατρο που τραγουδούσαν. Σκέψου να είσαι κρατούμενη σε αυτές τις συνθήκες κι εσύ να κάνεις πρόβες γι’ αυτό το έργο. Να τραγουδάς. Φυσικά δεν τους επέτρεψαν ποτέ να ανεβάσουν την παράσταση.
Πλάι σε έναν κάδο σκουπιδιών βλέπω με αχνά γράμματα «θεάτρο» κι ένα βελάκι κατεύθυνσης. Νιώθω οργή. Πλάι στον κάδο σκουπιδιών η πληροφορία. Δεν πάει το χέρι να γράψει άλλο. Το μυαλό σταματάει εκεί. Το σώμα μου όμως όχι. Θα το βρω. Θα πατήσω για λίγο έστω εκεί που πάτησαν. Δεν γίνεται αλλιώς. Προχωράω με σκυμμένο το κεφάλι και η σκέψη μου σε κεινες το σήκωσε για μια στιγμή, το βλέμμα μου τώρα στέκεται μπροστά σε ένα μικρό ξέφωτο.
Δεξιά βλέπω μια πεζούλα να σχηματίζει μια κυκλική μικρή εξέδρα. Στην καρδιά της η ταμπέλα «θέατρο». Στα πόδια της μια επιγραφή από το κόμμα. «Το πιο βαρύ, το πιο δύσκολο, είναι να νικάς την απογοήτευση.» Ξεσπάω σε λυγμούς.
Μόνη εκεί μπροστά σε αυτό το μικρό θεατράκι. Το θεατράκι της ζωής που αυτές οι γυναίκες σήκωσαν στους ώμους τους με τόσο θάρρος, με τέτοια ματιά καθαρή μα κυρίως με καρδιά απέραντη.. γεμάτη αγάπη, δύναμη και πείσμα για έναν καλύτερο, πιο δίκαιο κόσμο. Τα δάκρυα μου πίδακες που πότισαν για λίγο τον ξερό αυτό τόπο. Που ενώθηκαν για μια στιγμή στην αιωνιότητα με τον ιδρώτα και τον πόνο αυτών των γυναικών. Στεκόμενη εκεί μπροστά, διψασμένη και ταλαιπωρημένη ένιωσα έστω κι απειροελάχιστα την αγωνία και την ταλαιπωρία τους. Συνδέθηκα μαζί τους. Ένιωσα βαθιά συγκίνηση και τύχη για τη δυνατότητα αυτή.
Πήρα τον δρόμο της επιστροφής προς το λιμανάκι. Απέναντι από το μοναστήρι παρατήρησα για δεύτερη φορά ένα μικρό νεκροταφείο αλλά δυστυχώς δεν σκέφτηκα ότι θα είχε σχέση με τα γεγονότα. Ούτε κι εκεί υπήρξε κάποια ταμπέλα, κάποια επιγραφή. Δεν είχα το κουράγιο να σταματήσω.
Αργότερα έμαθα πως εκεί είναι θαμμένες γυναίκες που δεν άντεξαν. Πολλά από τα παιδιά που είχαν μαζί ή που γέννησαν στον τόπο αυτό. Πώς το νεκροταφείο αυτό επισκέπτονταν άλλοι αγωνιστές κι εξόριστοι κι έμπηγαν στο χώμα μικρούς ξύλινους σταυρούς και πικροδάφνες στην μνήμη αυτών των γυναικών. Στεναχωρέθηκα που δεν το επισκέφτηκα αλλά είναι μια υπόσχεση ότι θα επιστρέψω στο τόπο και μόνο γι’ αυτό.
Η γυρισμός μου φάνηκε σύντομος κι εύκολος. Δεν ένιωθα την γλώσσα μου μέσα στο στόμα μου αλλά ένιωθα γεμάτη που κατάφερα έστω έτσι να πατήσω το πόδι μου εκεί που κάποτε πάτησε το δικό τους.
Η φίλη, μου ανέφερε το μνημείο στο λιμάνι που άθελα μου δεν είχα προσέξει στην αρχή της διαδρομής. Ένιωσα ότι είχα αυτή την εκκρεμότητα. Μα αυτό ήτανε το πιο εύκολο τελικά.
Στέκομαι τώρα μπροστά του. «Για τις αλύγιστες της ταξικής πάλης». Δύο γυναικείες μορφές αντικριστά η μία της άλλης. Σα να σίγησαν για λίγο οι ήχοι μέσα στο κεφάλι μου. Έμεινε αυτή η σιωπή. Σαν αποκατάσταση της αλήθειας. Σαν το μνημείο αυτό όντως να μαρτυρούσε την αλήθεια. Στέκονταν εκεί πίσω από τα ταβερνάκια με τα πιάτα γεμάτα τσόφλια από γαρίδες. Με τα τραπέζια τα γεμάτα από καλοπέραση υπό τους ήχους της σκύλο ποπ. Στέκει και λέει: «Όσο και να με αγνοήσετε υπήρξα μέρος του τόπου αυτού. Υπήρξα μέρος της ιστορίας, μέρος της αλήθειας».
Πίσω στο βαρκάκι δύο «κυρίες» που μόλις έχουν φτάσει για να επισκεφθούν το νησί, παραμένουν μέσα στη βάρκα βγάζοντας σέλφι και χιουμοριστικά βίντεο ότι τάχα μου οδηγάει η μία τους το βαρκάκι. Το παιδί που πηγαινοφέρνει τον κόσμο στο νησάκι, περιμένει υπομονετικά να τελειώσει αυτό το τσίρκο. Εγώ τις κοιτάζω σαστισμένη και χωρίς να το καταλάβω μου έρχονται πάλι δάκρυα στα μάτια.
Είναι ο κόσμος αυτός των δύο ταχυτήτων που δεν αντέχω, που με πληγώνει όσο τίποτα άλλο. Που δεν τον χωράω και δεν θα τον χωρέσω ποτέ όσο και να με στριμώξω, σκέφτομαι και κλαίω.
Όταν επιτέλους έφυγαν, ρώτησα το παιδί που κάνει καθημερινά δεκάδες φορές αυτή την διαδρομή πόσοι επισκέπτονται τον τόπο για την ιστορία του.. «Ένας στους 100 μου απάντησε.. έρχονται εδώ για να πιούνε και να φάνε σα να μην υπάρχει αύριο μου λέει.. Βασικά ούτε ένας ένας στους 100» διόρθωσε μετά από λίγο..
Δεν είναι κακό να θέλουν να περάσουν όμορφα και να φάνε του απάντησα. Όσο κι αν διαφωνώ με την γενικότερη αισθητική. Δεν είναι εκεί το θέμα. Το πρόβλημα είναι που δεν ξέρουν και δεν τους ενδιαφέρει να μάθουνε σε ποιον τόπο βρίσκονται και γιατί μπορούν και βρίσκονται εκεί. Το παιδί γνέφοντας καταφατικά έσκυψε το κεφάλι του και σιώπησε..
Δεν ξέρω αν κατάλαβε τι εννοούσα αλλά έστω αυτή η σιωπή ήτανε μια απόκριση, μια μικρή αναγνώριση σε ότι έχει πάει πολύ λάθος εδώ και δεκαετίες.. αφού όσες γαρίδες και να φάμε.. όσες σέλφι ευτυχίας και να βγάλουμε παραμένουμε φτωχοί χωρίς την γνώση της ιστορίας.. χωρίς την ανάγκη διατήρησης της μνήμης ζωντανής - όχι για να την συντηρούμε έτσι άσκοπα και μνημοσυνιακά, αλλά για να διδασκόμαστε από αυτή και για να αποκαθιστούμε την αλήθεια που είναι πράγμα μεγάλης σημασίας κι αξίας σε κάθε εποχή, πόσο μάλλον στη δική μας.. εγώ τουλάχιστον αυτό βλέπω και αυτό καταλαβαίνω.. πως, «το πιο βαρύ, το πιο δύσκολο, είναι να νικάς την απογοήτευση και να’ ναι η ψυχή σου, ψυχή μαχητή..»
————————————————————————
*Για όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία:
Το νησί Τρίκερι (νομός Μαγνησίας) υπήρξε τόπος εξορίας, από το 1947 έως το 1953, κατά κύριο λόγο γυναικών, μελών του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΔΣΕ. Τον Σεπτέμβρη του 1949 κρατούνταν εκεί περίπου 5.000 γυναίκες μαζί με τα 235 παιδιά τους, ζώντας στριμωγμένοι σε τρύπιες σκηνές, χωρίς στρώματα, ρούχα, παπούτσια. Στερούνταν ακόμα και την τροφή, το νερό, το γιατρό, τα φάρμακα.
Το 1949 η Χωροφυλακή παρέδωσε το στρατόπεδο στο στρατό, ο οποίος ενίσχυσε τα τρομοκρατικά μέτρα και τα καψόνια. Αφαιρούσαν από τις εξόριστες ακόμα και τα χρήματα, τα δέματα και τα γράμματα που έστελναν οι οικογένειές τους.
Τον Γενάρη του 1950 το Τρίκερι υπάχθηκε στον «Οργανισμό Αναμόρφωσης Μακρονήσου». 1.200 γυναίκες μαζί μετά παιδιά τους μεταφέρθηκαν στο κολαστήριο της Μακρονήσου όπου υπέστησαν ανείπωτα βασανιστήρια.
Τον Ιούλη του 1950, λόγω της διεθνούς κατακραυγής ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, άρχισε η σταδιακή απόλυση εξόριστων γυναικών από το Τρίκερι και ολοκληρώθηκε τον Απρίλη του 1953. Οι τελευταίες 19 «αμετανόητες» εξόριστες μεταφέρθηκαν στον Άη Στράτη.


Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ - ΝΙΔΙΩΤΗΣ * Αφιέρωμα στον Λαϊκό Ποιητή των Ανωγείων

 

Ελενη Μαρκακη
11,07,26 


Ο Μιχάλης Σταυρακάκης από την Καρκαδιώτισσα, ο ποιητής που έβοσκε πρόβατα. Ο δημιουργός των στίχων:

''Προσκυνώ τη χάρη σου Λαέ μου,
σκύβω το κεφάλι στα μαρτύριά σου
και θαυμάζω Λαέ μου τα έργα σου''...
Ο δικός μας Μίχαλος, ο Νιδιώτης, ο βοσκός της Κρήτης με την ελεύθερη σκέψη και τον εμπνευσμένο ποιητικό λόγο, ο κομμουνιστής Μίχαλος, πέθανε σε ηλικία 72 ετών, στις 11 Ιουλιου του 2000.
Ο λαϊκός ποιητής Νιδιώτης ύμνησε όσο κανείς τον ιδρώτα του εργαζόμενου:
''Δεν είναι λευτεριά εκείνη, φώναξε εργάτη δυνατά που ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε δούλους και αφεντικά.
Δεν είναι λεύτερη η πατρίδα που έχει σύνορα στη γη ζωή που ζει μέσα στη φτώχεια, δεν είναι λεύτερη ζωής.''...
Δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το Δημοτικό σχολείο καθώς τον πρόλαβε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή. Οργανώθηκε το 1943 σε ηλικία 15 ετών στην ΕΠΟΝ Ανωγείων. Συλλήψεις, φυλακιές και εξορίες σημάδεψαν από τότε την πορεία του...
Είναι ο άνθρωπος που απέδειξε ότι και οι ταπεινοί, αγράμματοι βοσκοί, μπορούν να γίνουν ποιητές και να εμπνεύσουν την ανθρωπότητα:
'' Χέρια που δεν αρπάξανε ξένο ψωμί να φάνε,
αυτά κρατούνε την τιμή όσο βαριά και να ‘ναι…”
Αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης σημαιοφόροςτης ειρήνης, μέλος και στέλεχος του ΚΚΕ, αταλάντευτος στις ιδέες του ηταν ο Μιχάλης Σταυρακάκης...
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ
Κοιτάζω τα χέρια μου,βλέπω πως μοιάζουν με τα δικά σας χέρια.
Καθαρά τα χέρια μας πλυμένα από καθαρό σαπούνι,τον τίμιο ιδρώτα της δουλειάς μας.
Κοίταξε τα χέρια,
που εκτός από τον κόπο τους,
ψωμί δεν έχουν φαγωμένο,
πως είναι πεντακάθαρα χωρίς κανένα λεκέ.
Γεια και χαρά σας χέρια καθαρά,
στη μηχανή,στο γιαπί,στο χωράφι,
στον αργαλειό,στην πένα,στο μεροκάματο,
ανεβάζετε τον άνθρωπο στα ύψη
και γεμίζετε τον κόσμο ομορφιά.
Εγώ ζω ευτυχισμένος που μ’ αγκαλιάζουν χέρια καθαρά.
Εγώ ζω ευτυχισμένος που ανταμώνουν τα χέρια μου με τα δικά σας χέρια.
Γεια και χαρά σας πεντακάθαρα χέρια.
Γεια και χαρά σας χέρια του μέλλοντος

 ΧΑΙΜΑΛΙΝΑ (1978)

''Τώρα που σου γράφω, Χαϊμαλίνα,
Από το πιο ψηλό βουνό της Κρήτης,
ροβολώ τα πρόβατα μου
στον ίσκιο ενός ασφένταμου.
Έχω πρόβατα λευκά
σαν το λευκό μου χρώμα.
Έχω πρόβατα μαύρα,
Σαν το δικό σου χρώμα, Χαϊμαλίνα.
Το αίμα τους είναι ίδιο, κόκκινο,
Σαν το δικό μας αίμα, Χαϊμαλίνα.
Ρωτάω τα πρόβατα μου
Πως μοιράζονται στα ίσα
Τον ίσκιο του ασφένταμου
Κι έχουν, λευκά και μαύρα,
Τα ίδια δικαιώματα
Ενώ οι άνθρωποι σκοτώνονται
Μοιράζοντας μια πήχυ γης.
Αρμέγω τα πρόβατα μου
Και φτιάχνω το γάλα τους τυρί.
Μια φορά το χρόνο,
κουρεύω τα πρόβατα μου,
κι η γυναίκα μου στο τελάρο ολημερίς
φτιάχνει ρούχα μαύρα και λευκά.
Εσύ, Χαϊμαλίνα,
Δεν γνωρίζεις εμάς τους λευκούς,
Που φτιάχνουμε το τυρί,
Τις γυναίκες μας,
Που φτιάχνουν τα ρούχα στο τελάρο.
Εσύ γνωρίζεις τους άγριους λευκούς,
Που ήρθαν στην πατρίδα σου,
Και σκοτώνουν τα αδέρφια σου.
Αυτοί που κλέβουν το βιο σου, Χαϊμαλίνα,
Κλέβουν και το δικό μου τυρί.
Τώρα που σου γράφω, Χαϊμαλίνα,
Από το πιο ψηλό βουνό της Κρήτης,
ροβολώ τα πρόβατα μου.''


Από το αφιέρωμα του Ριζοσπάστη στις 3 Αυγούστου 2024

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Μόνο από τα νέα παιδιά περιμένω φως #Πότα_Κακκαβά


 Semina Digeni

1 ημ. ·
Για μια γυναίκα μάχιμη μέχρι το τελευταίο λεπτό, που δεν ήξερε να κάνει υποκλίσεις, την Πότα Κακκαβά, γράφω σήμερα στον Ριζοσπάστη.
****
Εναλλακτικός τίτλος αυτού του άρθρου θα μπορούσε να είναι «Γκουγκλάρετε την Πότα». Γιατί αξίζει να γνωρίσουν οι νεότεροι την απίστευτη ιστορία μιας πεισματάρας γυναίκας, που αφιέρωσε τη ζωή της στους αγώνες για ελευθερία και δικαιοσύνη.
Την συνάντησα πάνω σ' ένα καράβι που πήγαινε στη Μακρόνησο, κάποιο μεσημέρι του 1998. Γύριζα τότε μια εκπομπή για τα νησιά της εξορίας, ακολουθώντας μια μεγάλη συντροφιά παλιών εξόριστων που πήγαιναν στο νησί των βασανιστηρίων τους. Μόλις κατεβήκαμε από το καράβι, μου είπε:
☆ «Πρόσεχε καλά αυτό το χώμα που πατάς. Σεβάσου κάθε πέτρα, κάθε αγκάθι και κάθε λιθαράκι αυτής της γης. Εχουν επάνω τους το αίμα μας! Εδώ σταυρωθήκαμε!».
Ηταν ήδη μεγάλη σε ηλικία όταν το είπε, αλλά όχι παλιά στην ψυχή. Εκεί ήταν έφηβη.
Στην επέτειο του θανάτου της (25 Γενάρη 2025) θυμόμαστε και τιμάμε μια γυναίκα που δεν ησύχασε ποτέ, που δεν έκρυψε ποτέ το πάθος και την πίστη της για έναν κόσμο δίκαιο και ελεύθερο. Μέχρι που έφυγε δεν διακόψαμε ποτέ την επικοινωνία μας, μιλούσαμε ώρες στο τηλέφωνο (όταν είχε τα κέφια της μου τραγουδούσε κιόλας), βρισκόμασταν σε εκδηλώσεις του Κόμματος, μέχρι και γράμματα μου έστελνε, μαζί με ...παξιμάδια, ελιές και λουκούμια από την Καλαμάτα.
☆ Η Πότα η αγέρωχη, η μαχητική, η αεικίνητη, η πολυλογού, με την ανεξάντλητη ενέργεια, δεν έγινε ήρωας επειδή υπέφερε και μάτωσε στη ζωή της. Εγινε ήρωας επειδή αντιστάθηκε γενναία στην υποταγή στα πέτρινα χρόνια.
Αυτό ήταν που την έκανε επικίνδυνη για όσους ήθελαν σιωπή.
Αυτό την κράτησε στο στόχαστρο, από την τρυφερή ηλικία της έως τα βαθιά της γεράματα.
☆ Η Πότα Κακκαβά δεν ήταν από τα «σύμβολα» που αντέχει το σύστημα.
Ηταν υπενθύμιση τραύματος και αγώνα.
Σήμερα δεν έχει νόημα να πούμε ότι «έζησε μια γεμάτη ζωή», γιατί η ζωή της δεν ήταν γεμάτη. Ηταν κομματιασμένη, διαλυμένη, γεμάτη με ξαναραμμένα κομμάτια της από φυλακές, εξορίες, στρατοδικεία, απαγορεύσεις.
Και ακριβώς γι' αυτό, έχει νόημα.
■Η αρχή ενός αμετάκλητου «όχι»
Μπαίνει στον αγώνα σχεδόν παιδί.
Και εκείνη η εποχή, όπως και η τωρινή, δεν άφηνε περιθώρια ουδετερότητας.
Τότε στην Κατοχή, στην Αντίσταση, και αμέσως μετά, το κράτος αποφασίζει ότι ο εχθρός δεν είναι πια ο κατακτητής, αλλά όσοι ονειρεύονται μια άλλη κοινωνία.
☆Το 1948 καταδικάζεται σε θάνατο.
Είναι μικρό κορίτσι όταν περνάει στρατοδικείο. Ο βασιλικός επίτροπος, βλέποντας το θάρρος και τον τσαμπουκά της, λέει χαρακτηριστικά: «Αυτή δεν είναι κορίτσι, αυτή είναι ο ίδιος ο αρχηγός της Καμόρα».
Ο φιλοβασιλικός πατέρας της κοντεύει να πάθει εγκεφαλικό με τη δράση της. Τρία παιδιά του, από τα έξι που είχε, είναι κομμουνιστές. Είπε, λοιπόν, κρυφά της στους στρατοδίκες, για να την γλιτώσει, ότι η μικρή αποκηρύσσει τον κομμουνισμό! Καταφέρνει μ' αυτόν τον τρόπο να μην την εκτελέσουν.
Εκείνη το μαθαίνει, γίνεται θηρίο και φωνάζει:
☆ «Και χίλιες φορές να έπρεπε να πεθάνω, θα πέθαινα για τους ξεβράκωτους. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μένα... Γι' αυτούς πάλεψα και παλεύω».
Ουρλιάζει ότι είναι αμετακίνητη στις ιδέες και στα πιστεύω της, και άμα θέλουν ας την εκτελέσουν.
Δεν εκτελείται.
Μόνο που αυτό τελικά δεν ήταν επιείκεια, ήταν παράταση τιμωρίας.
Ακολουθούν νησιά και φυλακές, από μηχανισμούς σπασίματος ανθρώπων.
Κι όμως, εκεί μέσα η Πότα και οι σύντροφοί της φτιάχνουν κάτι που δεν μπαίνει σε αρχεία. Αλληλεγγύη. Ως καθημερινή πράξη.
Μοιράζονται δηλαδή το ψωμί, τη φροντίδα, το νοιάξιμο, τον πόνο. Δεν αφήνουν τον άλλον μόνο του, γιατί ξέρουν ότι αυτό ακριβώς θέλει ο βασανιστής.
☆ Η δικτατορία την βρίσκει το ίδιο πεισματάρα. Το ίδιο σταθερή.
«Οχι, εγώ δεν θα είμαι ποτέ με την πλευρά των βρακωμένων».
Με ένα τέτοιο «όχι» ξεκινά έναν αγώνα που θα διαρκέσει άλλες οκτώ δεκαετίες ζωής.
Και οι συλλήψεις συνεχίζονται. Ξανά εξορίες.
Οχι γιατί κάνει κάτι «επικίνδυνο», αλλά γιατί δεν έχει αποκηρύξει τίποτα και, φυσικά, δεν ξέρει να κάνει υποκλίσεις.
■«Το γέλιο των κομμουνιστών τρομάζει την εξουσία»
Μετά τη μεταπολίτευση, η Πότα δεν μπαίνει στο μουσείο της Ιστορίας.
Δεν γίνεται φωτογραφία σε επετειακό ένθετο. Μένει παρούσα. Και γελαστή. Στις οργανώσεις, στις εκδηλώσεις, στους αγώνες.
Δεν περιορίζεται στο να αφηγείται τα παλιά - πάντα γελώντας - αλλά υπενθυμίζει ότι η μνήμη χωρίς συνέχεια είναι διακόσμηση.
Συζητώντας μαζί της στη Μακρόνησο, μου είχε πει:
☆ «Μην προσπαθείς άδικα να αποκωδικοποιήσεις το γέλιο των κομμουνιστών, που τρομάζει την εξουσία. Εμείς χαμογελάμε ακόμα κι όταν βλέπουμε κατάματα τον θάνατο. Οχι γιατί είμαστε ατρόμητοι ή δεν αγαπάμε τη ζωή. Ακριβώς επειδή την αγαπάμε πολύ και τη ζωή και τον άνθρωπο. Εμείς αγωνιζόμαστε για τις ιδέες μας και για το κοινό καλό, κι αυτό μας κάνει χαρούμενους. Είμαστε παγκόσμιοι άνθρωποι και αγαπάμε την Ελλάδα, με την ψυχή και το αίμα μας».
Δεν μιλούσε προσεκτικά και «μακιγιαρισμένα». Δεν χάιδευε αυτιά.
Δεν έλεγε στους νέους «κάντε ό,τι κάναμε εμείς». Ελεγε κάτι πιο δύσκολο:
«Δείτε τι πληρώσαμε. Και αποφασίστε αν θέλετε να ζήσετε σκυφτοί ή όρθιοι».
☆ Την είχα ρωτήσει, τι είδους τέρατα ήταν οι βασανιστές της;
- Οι αλφαμίτες ήταν πρώην δηλωσίες. Φοβισμένοι, και γι' αυτό τόσο βίαιοι και λυσσασμένοι. Ενας μάλιστα ήταν απ' τα μέρη μου. Ημουν στην ίδια σκηνή με την ηθοποιό Αλέκα Παΐζη. Ηταν μπροστά όταν του έλεγα πως μια ζωή θα 'ναι σκουλήκι που θα σέρνεται, κι αυτός τότε μου ζητούσε να βγάλω το παλτό και με χτυπούσε με μανία παντού. Εγώ ούτε φώναζα, ούτε έπεφτα κάτω, κι όταν μ' έριχνε, ξανασηκωνόμουν. Του έλεγα πως κάποτε θα 'ρθει η στιγμή που θα βρεθούμε έξω και όταν τον πιάσω στα χέρια μου, θα ξηγηθούμε μια και καλή... Ημουν 18 χρονώ τότε.
- Και; Ετυχε να τον ξαναδείς;
- Ναι. Τον συνάντησα μετά από χρόνια, στην Καλαμάτα, Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου σ' έναν γάμο που ήμουν κουμπάρα. Μόλις κατάλαβε ποια είμαι, πάγωσε!
- Κι εσύ τι έκανες;
- Τι να κάνω; Τον κάλεσα στο τραπέζι μου για να τον κεράσω.
- Λες αλήθεια τώρα;
- Ρώτα όλη την Καλαμάτα να στο πει. Μάλιστα, όταν με είδε και με κατάλαβε, έσκυψε το κεφάλι από ντροπή κι έμεινε ακίνητος. Τότε τον απείλησα. «Κώστα Σταθόπουλε», του λέω, «σήκω κι έλα να πιεις μαζί μας, πριν πω στον πατέρα μου ότι εσύ είσαι αυτός που βάραγε το παιδί του και έρθει εδώ να σου σπάσει το κεφάλι».
- Ηρθε τελικά;
- Αν ήρθε; Τσακίστηκε. Ηρθε και ήπιε στην υγειά μου. «Στην υγειά σου, Πότα, πάντα άξια», μου είπε, κι εγώ του απάντησα: «Εγώ το ξέρω, κοίτα να το μάθεις κι εσύ».
■Τα νησιά, το ξύλο, οι πέτρες, η Μακρόνησος
Συλλαμβάνεται την πρώτη μέρα της χούντας στην Καλαμάτα, μία γυναίκα ανάμεσα σε 750 άντρες.
Η εξορία ήταν το μέσο που χρησιμοποίησε το κράτος για να διαλύσει τις ιδέες, όχι μόνο τα σώματα.
Την στέλνουν στη Χίο, στο Τρίκερι, στη Μακρόνησο, στις φυλακές Αβέρωφ, όλα μέρη μιας μεγάλης απομόνωσης, μιας βιομηχανίας πόνου.
Κάθε φορά που ανταμώνουν με τον Ρίτσο στο κολαστήριο, την χαιρετάει λέγοντας: «Γεια σου, Καλαματιανάκι!».
☆ Στη Μακρόνησο, όπου κρατήθηκαν και βασανίστηκαν πάνω από 100.000 αγωνιστές (ανάμεσά τους και 300 παιδιά), η Πότα, που βασανίστηκε όσο κανένας σε εκείνες τις ματωμένες πέτρες των ξερονησιών, ήταν πρώτη στις γραμμές όταν ξεκινούσε το ξύλο. Αυτή έβαζε πρώτη το σώμα της, για να φάει τα περισσότερα χτυπήματα, προστατεύοντας τις υπόλοιπες και κυρίως την αδύναμη Αλέκα Παΐζη.
Προσπαθούσε μάλιστα - μου είχε πει - να μην αποχωρίζεται το χοντρό παλτό της, για να πονάει λιγότερο από τις ροπαλιές και τον βούρδουλα.
Οταν οι βασανιστές έλεγαν από τα μεγάφωνα ότι «οι γυναίκες γεννήθηκαν για να αγαπούν, όχι για να μισούν», η Πότα ένιωθε πίσω από τις λέξεις την εκδικητική τρομοκρατία του αστικού κράτους, που ήθελε να υποτάξει ακόμα και την ίδια την αξιοπρέπεια του νου.
Και όπως ανέφερε:
☆ «Αν γινόταν χούντα σήμερα στην Ελλάδα, πάλι εμένα θα έπιαναν πρώτη!».
Αυτή ήταν η Πότα, όχι φοβισμένη από το παρελθόν, αλλά έτοιμη να το αντιμετωπίσει ξανά αν χρειαστεί.
Να ξαναζήσει τις σκηνές στη χαράδρα των βασανιστηρίων, στο ξεροπήγαδο όπου έβαζαν φωτιά και έκαιγαν τα βιβλία, και στον καταυλισμό, όπου οι άνθρωποι έχαναν τα λογικά τους από τα βασανιστήρια.
«Εμείς» - μου έλεγε σ' εκείνη την εκπομπή - «όταν αποφασίσαμε τους αγώνες μας, δεν περιμέναμε προσωπική δικαίωση. Εμείς αγωνιζόμασταν για τις ιδέες μας. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σκύψαμε με τη θέλησή μας για να πατήσετε πάνω μας εσείς και να προχωρήσετε. Με τον εαυτό μας, μέσα μας, είμαστε δικαιωμένοι, έχουμε κάνει το καθήκον μας».
■Μνήμη, αντίσταση, και τα «τότε» στην καρδιά του σήμερα
Αν και η ζωή της ήταν μια σειρά από κατολισθήσεις της μοίρας, εκείνη έκανε συνειδητή επιλογή να παραμείνει όρθια, ξανά και ξανά.
Οσο για την ιστορία της Πότας Κακκαβά, δεν είναι μόνο προσωπική.
Είναι ιστορία συνολικών αγώνων και ιστορικής βίας, που εφαρμόστηκε συλλογικά κατά των κομμουνιστών μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα. Φυλακίσεις, εξορίες, επιβολή αντιδημοκρατικών κανόνων, κοινωνικός στιγματισμός, επιχειρήσεις απονομής «υπευθυνότητας» μόνο προς τη μία πλευρά.
☆ Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Πότα διεκδίκησε με κάθε λέξη της την πραγματική μνήμη, που δεν παραχαράσσει, ούτε αποδέχεται ευκολίες.
Και πάλι με τα δικά της λόγια:
«Κοίτα να μην ξεχνάς ποτέ ότι η αστική τάξη είχε μαντρώσει χιλιάδες κρατούμενους στα νησιά της εξορίας...».
Δεν ήταν μόνο αριθμός.
Ηταν ανθρώπινες ζωές.
Με το «καλημέρα» της χούντας η Πότα βρέθηκε ξανά στη γραμμή του πυρός, αυτήν τη φορά μαζί με άλλους 750 άντρες αγωνιστές, στην ίδια εξορία, στη Γυάρο.
Στη μεταπολίτευση, ενώ άλλοι αναζητούσαν τρόπο να ξαναμπεί η ζωή στις ράγες της «κανονικότητας», η Πότα συνέβαλε αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση του ΚΚΕ στη Μεσσηνία και στις Οργανώσεις του.
Δεν έγινε διπλωμάτης της Ιστορίας, έγινε φωνή που επέμενε να μιλά, όσων δεν μπόρεσαν να μιλήσουν.
■Δεν της χρωστάμε στεφάνια. Της χρωστάμε στάση
Πέθανε 25 Γενάρη του 2025.
Στην κηδεία της, η ΚΕ του ΚΚΕ και οι Οργανώσεις της Πελοποννήσου τόνισαν ότι η Πότα ήταν εκείνη που έμεινε πιστή μέχρι το τέλος στα ιδανικά της και στους αγώνες για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Σήμερα, και για όσο η λέξη «αγώνας» αντικαθίσταται από κάποιους με τη λέξη «διαχείριση», όσο η αδικία βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η παραίτηση παρουσιάζεται ως ωριμότητα, εκείνη θα εξακολουθεί να ενοχλεί.
☆ Γιατί η ζωή της θα συνεχίσει να θέτει ένα απλό, αλλά επικίνδυνο ερώτημα:
Η γενιά της άντεξε φυλακές και εξορίες, εμείς θα αντέξουμε τη σιωπή;
Δεν της χρωστάμε στεφάνια και πολυλογίες. Της χρωστάμε στάση.
Γιατί την Ιστορία τη γράφουν οι άνθρωποι που επιμένουν να αγωνίζονται, ακόμα κι όταν όλα γύρω τους μοιάζουν να καταρρέουν.
Ζητούσε να μαχόμαστε για όλα όσα της κόστισαν στη ζωή της, τα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία.
Καμιά φορά την έπιανε το παράπονο:
«Η Ιστορία ήταν για μας κακιά μητριά κι εμείς τα ξενοπαίδια της. Γράφτηκε όπως βόλευε κάποιους».
Υστερα όμως άλλαζε ύφος και απαιτούσε:
«Πρέπει να ψάξετε και να μάθετε όλη την αλήθεια. Ο καπιταλισμός αγριεύει κάθε μέρα και πιο πολύ, καταργεί δικαιώματα που κερδίσαμε με αίμα, ισοπεδώνει λαούς. Μόνο από τα νέα παιδιά περιμένω φως. Μόνο αν καταλάβουν καλά τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει γύρω μας, αν αποφασίσουν να κινητοποιηθούν, μπορεί κάτι ν' αλλάξει. Μέχρι τότε εγώ θα είμαι συνέχεια εδώ. Μάχιμη!».